ΕΛΛΑΔΑ-ΚΟΡΙΝΘΙΑ

ΕΛΛΑΔΑ-ΚΟΡΙΝΘΙΑ

ΚΟΡΩΝΟΙΟΣ-COVID-19

Παρασκευή 9 Ιουνίου 2017

ΚΟΡΙΝΘΟΣ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ




Ο ιστορικός Παπαρρηγόπουλος μας λέει ότι ο Νέρωνας προξένησε στην Ελλάδα συμφορές μεγαλύτερες από εκείνες που προξένησε στα παλαιότερα χρόνια η διαβόητη επιδρομή του Ξέρξη.

Ο Παυσανίας αναφέρει ότι παλιές πόλεις με μεγάλο πολιτισμό είχαν καταντήσει ολιγάριθμα χωριά ή σώζονταν μόνο κάποια ίχνη της παλιάς τους ύπαρξης κι ακμής. Και σαν τέτοιες πόλεις ονομάζει τη Θήβα, τη Δήλο, τον Πανοπέα και πάρα πολλές άλλες. Πολλές απ’ αυτές τις πόλεις είχαν καταστραφεί και κατεδαφιστεί απ’ τους Ρωμαίους κατά την περίοδο των κατακτητικών πολέμων τους εναντίον της Ελλάδας, όπως η Κόρινθος το 146 π. Χ. που ξεθεμελιώθηκε από τον Ρωμαίο στρατηγό Μόμμιο.

Για την καταστροφή της Κορίνθου ο Διόδωρος γράφει: « Η πόλη αυτή προς μεγάλη κατάπληξη των μεταγενέστερων, καταστράφηκε τελείως απ’ τους Ρωμαίους. Μαντεία Θέατρο, Ιερά πολύχρονα, είχαν καταντήσει σωροί από άμορφες πέτρες…. Η ισοπεδωμένη τούτη πόλη προκαλούσε τη βαθειά συμπάθεια όχι μόνο σε όσους την έβλεπαν στον καιρό της καταστροφής της αλλά και στα κατοπινά χρόνια…Κανένας απ’ όσους περνούσαν, από εκεί δεν έφευγε χωρίς να δακρύσει». (Διόδωρος, 32, 27).

Ο Δίων Χρυσόστομος μας πληροφορεί ότι: την ίδια τύχη είχαν και οι πόλεις Ανθηδών, Αλαία, Λάρυμνα, Μέγαρα, Χαλκίδα που τις εξαφάνισε ο Σύλλας, γιατί τόλμησαν να συμμαχήσουν με τον βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη και να αντισταθούν στη Ρωμαϊκή κατάκτηση. Πολλοί Έλληνες κυρίως Κορίνθιοι, Μακεδόνες, Θηβαίοι και άλλοι μετατρέπονται σε δούλους των Ρωμαίων και το δουλεμπόριο αναπτύσσεται όπου φθάνει σε μεγάλη ακμή. Η Ελλάδα είχε σχεδόν όλη ερημώσει». Ακόμη γράφει: τα δύο τρίτα της Εύβοιας είχαν εγκαταλειφτεί «δι’ αμέλεια τε και ολιγανθρωπίαν», οι περισσότερες Ελληνικές πόλεις είχαν γίνει βοσκοτόπια των Ρωμαίων!!! Το Ελληνικό εμπόρειο είχε ολωσδιόλου νεκρωθεί και παλιά μεγάλα εμπορικά κέντρα όπως η Ρόδος είχαν ξεπέσει κι εξαφανιστεί.


Μα και τα πολιτιστικά μνημεία της Ελλάδας πλήρωσαν κι αυτά τον φόρο τους στην καταστροφική μανία των Ρωμαίων κατακτητών. Άλλα λεηλατήθηκαν και πάρα πολλά καταστράφηκαν επί τόπου. Η Ρώμη είχε γεμίσει από αρπαγμένους ελληνικούς θησαυρούς. Μάλιστα ο αυτοκράτορας Καλιγούλας (37-41) είχε διατάξει να αποκεφαλιστούν όλα τα αγάλματα των θεών, που είχαν κλαπεί απ’ την Ελλάδα και στόλιζαν ναούς, δρόμους και πλατείες της Ρώμης, και να τοποθετηθεί στη θέση τους η δική του προτομή. Άλλοι πάλι, δίχως κανέναν έλεγχο, έξυναν τις ελληνικές επιγραφές για να γράψουν τα ονόματά τους.

Ο Παπαρρηγόπουλος γράφει για την κατάσταση τούτη: «Αι Μιλτιάδου και Θεμιστοκλέους εικόνες μετεγράφοντο εις Ρωμαίο άνδρα ή Θράκα. Και αυτά τα των θεών αγάλματα δεν διέφυγον τας τοιαύτας μεταμφιέσεις». (Τομ Β’ σελ, 61-62).

η αντιπαράθεση της Συμπολιτείας με τη Ρώμη οδήγησε το 146 π.Χ. στην περίφημη μάχη της Λευκόπετρας, στην περιοχή του Ισθμού, όπου τα ελληνικά στρατεύματα συνετρίβησαν από τις ρωμαϊκές λεγεώνες υπό τον Λεύκιο Μόμμιο (Lucius Mummius). Όπως αφηγούνται Έλληνες και Ρωμαίοι συγγραφείς, τη στρατιωτική ήττα ακολούθησε η ολοσχερής καταστροφή και ερήμωση της πόλης (Κικέρων, De imperio cn. pompei ad qvirites oratio 11? Orationes de lege agraria 2.87. Στράβων, Γεωγραφικά 8.23. Παυσανίας 2.1.2). 

"The Siege of Corinth": οθωμανός αξιωματούχος και Ελληνίδα σκλάβα στα ερείπια του Ναού του Απόλλωνα στην αρχαία Κόρινθο.1849

Εκατό περίπου χρόνια αργότερα, το 44 π.Χ., ο ισόβιος δικτάτορας (dictator in perpetuum) της Ρώμης Ιούλιος Καίσαρας αποφασίζει την επανίδρυση της Κορίνθου ως ρωμαϊκής αποικίας, αναγνωρίζοντας την ιδιαίτερη γεωγραφική σημασία της στην ευρύτερη στρατηγική του για την ανατολική Μεσόγειο. Ο βίαιος θάνατός του την ίδια χρονιά δεν ματαίωσε το μεγαλόπνοο σχέδιό του, καθώς το συνέχισε ο διάδοχός του Οκταβιανός, ο μετέπειτα Αύγουστος. Η νέα πόλη ονομάστηκε Colonia Laus Iulia Corinthiensis ή Clara Laus Iulia Corinthus ή Iulia Corinthus Augusta, ως αποικία της Ιουλίας οικογένειας του Καίσαρα και του Αυγούστου (Gens Iulia), και ορίστηκε το 27 π.Χ. πρωτεύουσα της ρωμαϊκής Επαρχίας της Αχαΐας (Provincia Achaiae), που περιλάμβανε μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας, την Πελοπόννησο και αρκετά νησιά. 


Λόγω της ερήμωσής της μετά τη μάχη της Λευκόπετρας, η πόλη εποικίστηκε αρχικά με απελεύθερους Ρωμαίους και βετεράνους στρατιώτες, που σύντομα πλαισιώθηκαν από Έλληνες, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν την ιδιαίτερα εύφορη γη που δημεύτηκε από τη Ρώμη (ager publicus) και παραχωρήθηκε σε νέους ακτήμονες. 
Στόχος της Ρώμης ήταν αφενός η δημιουργία μιας σταθερής ρωμαϊκής βάσης στην ταραχώδη Ανατολή και αφετέρου η ταχύτερη διέλευση του ρωμαϊκού στόλου μέσω του Διόλκου, της μοναδικής χερσαίας, λιθόστρωτης οδού για πλοία που διέσχιζε τον Ισθμό, όπως μαρτυρεί μία λατινική επιγραφή του 102 π.Χ. που καταγράφει τη διέλευση του στόλου για την αντιμετώπιση των πειρατών καθοδόν προς τη Σίδη της μικρασιατικής Παμφυλίας, υπό τον ρήτορα Antonius Marcus, παππού του Μάρκου Αντωνίου, συντρόφου της βασίλισσας Κλεοπάτρας και θανάσιμου αντιπάλου του Οκταβιανού στον πόλεμο για τη διαδοχή του Ιουλίου Καίσαρα. 


Πολύ σύντομα ο πληθυσμός της πόλης αυξήθηκε σημαντικά, καθώς αναπτύχθηκαν εκ νέου η γεωργία, η κτηνοτροφία και το εμπόριο, με αντίστοιχες εξαγωγές μαλλιού, βαμμένων μάλλινων υφασμάτων, ελαιολάδου και μελιού, αλλά και ξυλείας και μεταλλικών αντικειμένων. Από την άλλη, οι ανάγκες και οι συνήθειες των Ρωμαίων κατοίκων της νέας πόλης, καθώς και ο διεθνής ρόλος της, οδήγησαν σε εισαγωγές αγαθών από άλλες περιοχές της Αυτοκρατορίας, όπως κρασιού και οικοδομικών υλικών (μαρμάρου, γρανίτη), που ήταν απαραίτητα για τις νέες, πολυτελείς κατασκευές. 


Σύμφωνα με τους ερευνητές, η πόλη επανασχεδιάστηκε με σύστημα ιπποδάμειο, δηλαδή με κάθετους και οριζόντιους οδικούς άξονες (cardines και decumani) που οριοθετούσαν πολεοδομικές νησίδες (insulae). Γύρω από την Αγορά της ανεγέρθηκαν περικαλλή δημόσια οικοδομήματα και ιδιωτικά μνημεία εύπορων Ρωμαίων και Ελλήνων, που θέλησαν να δηλώσουν εμφατικά την παρουσία τους στην πρωτεύουσα της Επαρχίας. Μαρτυρίες για την κατασκευή των κτισμάτων απαντώνται σε πολλές επιγραφές, ενώ απεικονίσεις τους υπάρχουν κυρίως σε μεταγενέστερα τοπικά νομίσματα.

 Οι φράσεις του Οράτιου «non cuivis homini contingit adire Corinthum / non licet omnibus adire Corinthum» (Επιστολές 1.17.36) και του Στράβωνος «ου παντός ανδρός ες Κόρινθον εσθ’ ο πλους» (Γεωγραφικά 8.6.20) αντανακλούν την ευημερία της πόλης και το υψηλό κόστος που απαιτούσε η διαμονή εκεί. Περί τα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ., όταν την επισκέφθηκε ο Απόστολος Παύλος, η Κόρινθος ήταν πλέον μια σημαντική ρωμαϊκή πόλη της Αυτοκρατορίας, διοικούμενη από δύο τοπικούς άρχοντες, τους duoviri, στα πρότυπα των υπάτων (consules) της Ρώμης, μία μικρογραφία της πρωτεύουσας που αποτελούσε σημείο αναφοράς στη σκέψη και το ταξίδι των Ρωμαίων προς την Ανατολή. 


Παρά τις καταστροφές που υπέστη από την επιδρομή των Ερούλων (267 μ.Χ) και το καταστροφικό χτύπημα του εγκέλαδου περί το 375 μ.Χ., η πόλη παραμένει κραταιά και στην συνέχεια ορίζεται ως πρωτεύουσα του Ελλαδικού Θέματος της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου