ΕΛΛΑΔΑ-ΚΟΡΙΝΘΙΑ

ΕΛΛΑΔΑ-ΚΟΡΙΝΘΙΑ

ΚΟΡΩΝΟΙΟΣ-COVID-19

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

''ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΠΑΥΣΑΝΙΑ: ΤΑ ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΑ ''

ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΑ-ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ




Οι περιηγήσεις του Παυσανία στην αρχαία Ελλάδα

Ο Παυσανίας υπήρξε μεγάλος Έλληνας περιηγητής και γεωγράφος. Γεννήθηκε στη Λυδία και έζησε τα έτη 110 ή 120 μ.Χ. έως το 170 ή 180 μ.Χ. Έγραψε την «Περιήγηση της Ελλάδος», με πλουσιότατες περιγραφές, που αποτελούν ανεκτίμητο οδηγό των αρχαιολογικών ερευνών και ευρημάτων μέχρι και σήμερα. Ο διακεκριμένος ανθρωπολόγος και εμβριθής μελετητής, Sir James George Frazer (Glasgow 1854-Cambridge 1941), είπε ότι χωρίς τον Παυσανία ένα μεγάλο μέρος των αρχαίων ερειπίων της Ελλάδος θα ήταν ένας λαβύρινθος χωρίς νήμα, ένα αίνιγμα χωρίς λύση ("without him the ruins of Greece would, for the most part, be a labyrinth without a clue, a riddle without an answer"). Πριν από τις περιηγήσεις του στις περιοχές της αρχαίας Ελλάδος, ο Παυσανίας ταξίδεψε πολύ στη Μικρά Ασία, Συρία, Παλαιστίνη, Αίγυπτο, Μακεδονία, Ήπειρο, όπως και σε περιοχές της Ιταλίας.

Η αναφορά του Παυσανία σε κάθε μια από τις πόλεις αρχίζει με μια γενική έκθεση στην ιστορία της περιοχής. Η περιγραφική διήγησή του ακολουθεί μια τοπογραφική σειρά. Προβάλει μια φευγαλέα ματιά της καθημερινής ζωής, των τελετουργικών μυσταγωγιών, αναφέρει τα έθιμα των κατοίκων κατά των δεισιδαιμονιών και συχνά μας εισάγει στις παραδόσεις και τη λαογραφία. Τα εξέχοντα έργα τέχνης συνιστούν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του. Εμπνευσμένος από τη δόξα της αρχαίας Ελλάδος, ο Παυσανίας είναι εξοικειωμένος στις περιγραφές των θρησκευτικών τελετών και της αρχιτεκτονικής της Ολυμπίας και των Δελφών.
Ο Παυσανίας περιηγήθηκε στην Ελλάδα κατά την εποχή του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Μάρκου Αυρήλιου. Η περιγραφή στην «Περιήγησή» του έχει τη μορφή περιοδείας που αρχίζει από την Αττική και είναι χωρισμένη σε δέκα βιβλία, αντίστοιχα προς τις ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές του ελλαδικού χώρου που περιγράφουν. Το πρώτο βιβλίο φαίνεται πως ολοκληρώθηκε μετά το 143 μ.Χ. και πριν το 161 μ.Χ. Στο έργο του δεν αναφέρονται γεγονότα μετά το 176 μ.Χ. 






ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
[1] Η Κορινθιακή χώρα, που είναι κομμάτι της Αργολικής, πήρε το όνομά της από τον Κόρινθο. Ότι ο Κόρινθος ήταν γιος του Δία δεν γνωρίζω να το είπε κανείς μέχρι τώρα, εκτός από τους περισσότερους Κορίνθιους. Ο Εύμηλος, ο γιος του Αμφιλύτου, από τους λεγόμενους Βακχίδες, που λέγεται πως έγραψε τα έπη, στο σύγγραμμά του για την Κορινθία –αν είναι βέβαια το έργο του Ευμήλου– λέει ότι η πρώτη που κατοίκησε αυτή τη γη ήταν η Εφύρα, κόρη του Ωκεανού. Ύστερα ο Μαραθώνας, γιος του Επωπέα, γιου του Αλωέα, γιου του Ηλίου, αφού έφυγε εξαιτίας της ανομίας και της ύβρεως του πατέρα του, μετοίκησε στις ακτές της Αττικής. Όταν πέθανε ο Επωπέας, ο Μαραθώνας ξαναγύρισε στην Πελοπόννησο και, αφού διένειμε στα παιδιά του την εξουσία, ο ίδιος επέστρεψε αμέσως στην Αττική. Έτσι η Ασωπία πήρε το όνομα του Σικυώνα και η Εφυραία του Κορίνθου.

[2] Στην Κόρινθο δε ζει πια κανείς καταγόμενος από τους αρχαίους Κορινθίους, αλλά έποικοι που έστειλαν οι Ρωμαίοι. Αιτία γι’αυτό ήταν οι ενέργειες της Αχαϊκής συμπολιτείας· η Κόρινθος, που ανήκε στη συμμαχία, πήρε μέρος στον πόλεμο κατά των Ρωμαίων, τον οποίο προετοίμαζε ο Κριτόλαος, όταν εκλέχτηκε στρατηγός των Αχαιών, αφού έπεισε τους Αχαιούς και τους περισσότερους που ζούσαν εκτός Πελοποννήσου να αποστατήσουν. Όταν επικράτησαν οι Ρωμαίοι στον πόλεμο, πήραν τα όπλα και των άλλων Ελλήνων και γκρέμισαν τα τείχη όσων πόλεων ήταν περιτειχισμένες. Ο τότε επικεφαλής του Ρωμαϊκού στρατού Μόμμιος κατέστρεψε την Κόρινθο και λένε ότι αργότερα την ανοικοδόμησε ο Καίσαρας, που πρώτος εισήγαγε στη Ρώμη το σημερινό της πολίτευμα. Κατά τη διάρκεια της εξουσίας του, ανοικοδόμησε και την Καρχηδόνα. 

[3] Στην Κορινθιακή χώρα ανήκει και ο Κρομυώνας, που πήρε το όνομά του από τον Κρόμο, γιο του Ποσειδώνα. Εδώ λένε πως ζούσε η Φαιά, το αγριογούρουνο που κατά τα λεγόμενα εξολόθρευσε ο Θησέας σ’έναν από τους άθλους του. Πιο πέρα υπάρχει μέχρι τις μέρες μου φυτρωμένο στην παραλία το πεύκο και βωμός του Μελικέρτη. Λένε πως σ’αυτό τον τόπο μεταφέρθηκε το παιδί από ένα δελφίνι και πως το βρήκε νεκρό και το έθαψε στον ισθμό ο Σίσυφος και καθιέρωσε προς τιμήν του τους αγώνες των Ισθμίων. 

[4] Στην αρχή του ισθμού βρίσκεται το μέρος, όπου ο ληστής Σίνις πιάνοντας τα πεύκα τα λύγιζε προς τα κάτω και, αφού έδενε σ’αυτά όποιον νικούσε στη μάχη, άφηνε τα δέντρα να τιναχτούν προς τα πάνω· έτσι καθένα από τα δύο πεύκα τραβούσε προς το μέρος του τον δεμένο, αφού τα δεσμά ούτε από το ένα ούτε από το άλλο δεν λύνονταν, αλλά καθώς τραβιόταν το ίδιο και από τις δύο πλευρές σχιζόταν ο δεμένος. Με τέτοιο τρόπο σκοτώθηκε και ο ίδιος ο Σίνις από τον Θησέα. Ο Θησέας λοιπόν απάλλαξε τον δρόμο από την Τροιζήνα στην Αθήνα από τους κακούργους, σκοτώνοντας όσους απαρίθμησα προηγουμένως, καθώς και τον Περιφήτη στην ιερή Επίδαυρο, θεωρούμενος γιος του Ηφαίστου, που χρησιμοποιούσε χάλκινο ρόπαλο, όταν μαχόταν. 

[5] Ο ισθμός της Κορίνθου βρίσκεται ανάμεσα στις θάλασσες των Κεγχρεών από τη μία και του Λεχαίου από την άλλη· αυτός κάνει ηπειρωτικό μέρος τη χώρα που βρίσκεται μέσα απ’αυτόν. Όποιος προσπάθησε να κάνει την Πελοπόννησο νησί, εγκατέλειψε το σκάψιμο του ισθμού, πριν το ολοκληρώσει· και το σημείο όπου άρχισαν να σκάβουν φαίνεται καθαρά, αλλά δεν προχώρησαν στο πετρώδες μέρος. Εξακολουθεί, λοιπόν, και τώρα να είναι ήπειρος, όπως είναι στη φυσική της κατάσταση. Και ο Αλέξανδρος, ο γιος του Φιλίππου, που θέλησε να σκάψει τη χερσόνησο Μίμαντα, απέτυχε μόνο σ’αυτό από τα έργα του. Και η Πυθία σταμάτησε τους Κνιδίους που έσκαβαν τον ισθμό τους. 

[6] Είναι δύσκολο λοιπόν να αντιταχθεί ο άνθρωπος στους θεούς. Δεν είναι μόνο οι Κορίνθιοι που λένε αυτά για τη χώρα τους, αλλά μου φαίνεται ότι πρώτοι οι Αθηναίοι καυχήθηκαν για την Αττική. Λένε λοιπόν και οι Κορίνθιοι ότι ο Ποσειδώνας και ο Ήλιος φιλονίκησαν για τη χώρα τους, ώσπου ο Βριάρεως διευθέτησε τη διαμάχη και αποφάσισε να πάρει ο Ποσειδώνας τον ισθμό και τα γύρω μέρη, ενώ στον Ήλιο έδωσε τον λόφο πάνω από την πόλη. Λένε ότι από τότε ανήκει ο ισθμός στον Ποσειδώνα. 

[7] Εδώ αξίζει να δει κανείς το θέατρο και το στάδιο από λευκό μάρμαρο. Μπαίνοντας στο ιερό του θεού από τη μια μεριά είναι στημένοι ανδριάντες αθλητών που έχουν νικήσει στα Ίσθμια και από την άλλη υπάρχουν πεύκα φυτεμένα σε στοίχους, που τα περισσότερα υψώνονται ίσια πάνω. Στον ναό, που δεν είναι μεγάλος σε μέγεθος, υπάρχουν χάλκινοι Τρίτωνες. Και στον πρόναο υπάρχουν δύο αγάλματα του Ποσειδώνα, ένα τρίτο της Αμφιτρίτης και της Θάλασσας, και τούτο χάλκινο. Όσα βρίσκονται μέσα τα αφιέρωσε στην εποχή μου ο Ηρώδης ο Αθηναίος, τέσσερα επίχρυσα άλογα, εκτός από τις οπλές, που είναι από ελεφαντόδοντο. 

[8] Δίπλα στ’άλογα υπάρχουν και δύο Τρίτωνες χρυσοί, που από τη μέση και κάτω είναι κι αυτοί από ελεφαντόδοντο. Στο άρμα στέκονται η Αμφιτρίτη και ο Ποσειδώνας κι ένας νεαρός, ο Παλαίμονας, είναι όρθιος πάνω σε δελφίνι. Και αυτοί είναι από ελεφαντόδοντο και χρυσό. Στο βάθρο, πάνω στο οποίο βρίσκεται το άρμα, υπάρχει στη μέση ανάγλυφη παράσταση της Θάλασσας να κρατά την Αφροδίτη βρέφος. Στις δυο πλευρές της είναι οι λεγόμενες Νηρηίδες. Ξέρω ότι γι’αυτές υπάρχουν βωμοί και σ’άλλα μέρη της Ελλάδας και πως άλλοι αφιερώνουν σ’αυτές και τεμένη σε παραλίες, όπου τιμούν και τον Αχιλλέα. Για τη Δωτώ υπάρχει άγιο ιερό στα Γάβαλα, όπου σωζόταν ακόμη και ο πέπλος, που λένε ότι πήρε η Εριφύλη για τον γιο της Αλκμαίωνα. 

[9] Στο βάθρο του Ποσειδώνα υπάρχουν ανάγλυφες παραστάσεις με τα παιδιά του Τυνδάρεω, επειδή θεωρούνται και αυτοί σωτήρες πλοίων και ναυτικών. Μεταξύ άλλων είναι αφιερωμένο και άγαλμα της Γαλήνης, της Θάλασσας, αλόγου που μοιάζει με κήτος από το στήθος και κάτω, της Ινώς, του Βελλεροφόντη και του αλόγου Πήγασου.

Ο ακόλουθος χάρτης απεικονίζει σχηματικά τις περιοχές που καλύπτουν τα δέκα βιβλία της "Ελλάδος Περιήγησις".




      ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

[1] Μέσα στον περίβολο, στα αριστερά, βρίσκεται ναός του Παλαίμονα και μέσα σ' αυτόν αγάλματα του Ποσειδώνα, της Λευκοθέας και του ίδιου του Παλαίμονα. Υπάρχει κι άλλο ιερό, που ονομάζεται Άδυτο, και το οποίο έχει υπόγεια κάθοδο, όπου λένε ότι είναι θαμμένος ο Παλαίμονας. Όποιος πάρει όρκο εδώ, Κορίνθιος ή ξένος, δεν μπορεί να τον παραβεί με κανένα τέχνασμα. Υπάρχει κι ένα αρχαίο ιερό, ο λεγόμενος βωμός των Κυκλώπων, κι εκεί προσφέρουν θυσίες στους Κύκλωπες. 

[2] Τους τάφους του Σισύφου και του Νηλέα —λένε ότι ό Νηλέας πέθανε από αρρώστια, όταν ήρθε στην Κόρινθο, και τάφηκε γύρω από τον ισθμό— δεν ξέρω αν θα τους αναζητούσε κάποιος που έχει διαβάσει τα έργα του Ευμήλου· γιατί λέει πως ο Σίσυφος δεν αποκάλυψε ούτε στον Νέστορα το μνήμα του Νηλέα, που κανείς δεν έπρεπε να το ξέρει. Ο Σίσυφος τάφηκε βέβαια στον ισθμό, αλλά ακόμα και στην εποχή του [Ευμήλου] ήταν λίγοι αυτοί από τους Κορίνθιους που τον γνώριζαν. Οι αγώνες των Ισθμίων συνεχίστηκαν και την εποχή που ο Μόμμιος κατέστρεφε την Κόρινθο. Τον καιρό που η πόλη της Κορίνθου ήταν έρημη, ανέλαβαν τους αγώνες οι Σικυώνιοι. Όταν η πόλη κατοικήθηκε πάλι, η τιμή περιήλθε στους τωρινούς κατοίκους. 

[3] Στα επίνεια των Κορινθίων έδωσαν τα ονόματά τους ο Λέχης και ο Κεγχρίας, που θεωρούνταν παιδιά του Ποσειδώνα και της Πειρήνης, κόρης του Αχελώου· ενώ στο ποίημα «Μεγάλες Ηοίες» η Πειρήνη θεωρείται κόρη του Οιβάλου. Στο Λέχαιο υπάρχει ιερό του Ποσειδώνα και χάλκινο άγαλμα· στον δρόμο από τον ισθμό προς τις Κεγχρεές υπάρχει ναός της Άρτεμης και αρχαίο ξόανο. Στις Κεγχρεές υπάρχει ναός της Αφροδίτης και μαρμάρινο άγαλμα και μετά απ' αυτό, στην προβλήτα προς τη μεριά της θάλασσας, υπάρχει χάλκινο άγαλμα του Ποσειδώνα, ενώ στην άλλη άκρη του λιμανιού ιερά του Ασκληπιού και της Ίσιδας. Απέναντι από τις Κεγχρεές είναι το Λουτρό της Ελένης· από πέτρα πηγάζει άφθονο αλμυρό νερό που χύνεται στη θάλασσα, με θερμοκρασία σαν να έχει αρχίσει να ζεσταίνεται. 

[4] Ανεβαίνοντας προς την Κόρινθο υπάρχουν διάφορα μνήματα στον δρόμο και κοντά στην πύλη είναι θαμμένος ο Διογένης από τη Σινώπη, που οι Έλληνες του δίνουν την επωνυμία κύνα. Μπροστά στην πόλη υπάρχει άλσος από κυπαρίσσια που το λένε Κράνειο. Εδώ βρίσκεται τέμενος του Βελλεροφόντη, ναός της Μελαινίδας Αφροδίτης και τάφος της Λαΐδας, πάνω στον οποίο είναι τοποθετημένη μία λέαινα που κρατάει με τα μπροστινά της πόδια ένα κριάρι. 

[5] Άλλο ένα μνήμα υπάρχει και στη Θεσσαλία, που λένε πως είναι της Λαΐδας, γιατί πήγε και στη Θεσσαλία, όταν ερωτεύτηκε τον Ιππόστρατο. Λέγεται ότι καταγόταν από τα Ύκαρα της Σικελίας και ότι σε νεαρή ηλικία είχε αιχμαλωτιστεί από τον Νικία και τους Αθηναίους· πουλήθηκε στην Κόρινθο, όπου ξεπέρασε τις τότε εταίρες στην ομορφιά και τη θαύμασαν τόσο, ώστε οι Κορίνθιοι ακόμη κι σήμερα να φιλονικούν για τη Λαΐίδα. 

[6] Από όσα είναι άξια λόγου μέσα στην πόλη, άλλα έχουν διασωθεί από την αρχαιότητα, τα περισσότερα όμως κατασκευάστηκαν κατά τα χρόνια της μεταγενέστερης ακμής. Βρίσκεται στην αγορά λοιπόν —εκεί υπάρχουν τα περισσότερα ιερά— η επονομαζόμενη Εφέσια Άρτεμη και ξόανα του Διονύσου επίχρυσα εκτός από το πρόσωπο· τα πρόσωπά τους είναι διακοσμημένα με κόκκινη βαφή· τον ένα ονομάζουν Λύσιο και τον άλλο Βάκχειο. Γράφω κι εγώ όσα λέγονται για τα ξόανα. 

[7] Λένε ότι ο Πενθέας, συμπεριφερόμενος με αλαζονεία στον Διόνυσο, ανάμεσα σε άλλα, τόλμησε να έρθει στον Κιθιρώνα, για να παρακολουθήσει τις γυναίκες. Αφού ανέβηκε σε δέντρο, έβλεπε όσα γίνονταν. Κι αυτές, όταν τον έπιασαν, κατέβασαν από το δέντρο τον Πενθέα και, ενώ ακόμη ήταν ζωντανός, του απέσπασαν η καθεμιά κι ένα μέρος του σώματός του. Έπειτα, όπως λένε οι Κορίνθιοι, η Πυθία τους έδωσε χρησμό να βρουν εκείνο το δέντρο και να το λατρεύουν ισάξια με τον θεό. Από αυτό το δέντρο και γι’αυτόν τον λόγο έφτιαξαν τα ξόανα τούτα. 

[8] Υπάρχει επίσης ναός της Τύχης και άγαλμά της όρθιο από Πάριο μάρμαρο. Κοντά σ'αυτόν είναι ιερό όλων των θεών. Εκεί κοντά έχει χτιστεί κρήνη και πάνω σ' αυτή έχει τοποθετηθεί χάλκινος Ποσειδώνας και στα πόδια του Ποσειδώνα υπάρχει δελφίνι, απ' όπου τρέχει νερό. Υπάρχει, επίσης, χάλκινος Απόλλωνας με την επωνυμία Κλάριος και άγαλμα της Αφροδίτης, έργο του Ερμογένη από τα Κύθηρα. Υπάρχουν και αγάλματα του Ερμή, και τα δύο χάλκινα και όρθια· για το ένα από αυτά έχει κατασκευαστεί και ναός. Όσον αφορά στα αγάλματα του Δία, που βρίσκονται κι αυτά στο ύπαιθρο, το ένα δεν έχει επωνυμία, το άλλο το ονομάζουν Χθόνιο [Δία] και το τρίτο Ύψιστο [Δία].


Πήγασος


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

[1] Στο μέσο της αγοράς βρίσκεται χάλκινη Αθηνά· στο βάθρο της υπάρχουν ανάγλυφες παραστάσεις Μουσών. Πάνω από την αγορά είναι ο ναός της Οκταβίας, αδελφής του Αυγούστου, που βασίλεψε στους Ρωμαίους μετά τον Καίσαρα, τον οικιστή της σύγχρονης Κορίνθου. 

[2] Φεύγοντας από την αγορά, στον δρόμο για το Λέχαιο, συναντά κανείς προπύλαια, που πάνω τους υπάρχουν επίχρυσα άρματα, στο ένα βρίσκεται ο Φαέθοντας, ο γιος του Ηλίου, και στο άλλο ο ίδιος ο Ήλιος. Προχωρώντας λίγο πιο πέρα από τα προπύλαια, στα δεξιά, βρίσκεται χάλκινος Ηρακλής και μετά απ' αυτόν είναι η είσοδος στο νερό της Πειρήνης. Λένε γι' αυτή ότι η Πειρήνη από άνθρωπος έγινε πηγή από τα δάκρυα που έχυσε θρηνώντας τον γιο της Κεγχρέα, που τον σκότωσε αθέλητα η Άρτεμη. 

[3] Η πηγή είναι στολισμένη με λευκό μάρμαρο και έχουν κατασκευαστεί χώροι σαν σπηλιές, απ' όπου το νερό τρέχει σε υπαίθρια κρήνη, που πίνεται ευχάριστα και λένε πως μέσα σ’αυτό το νερό βυθίζουν τον Κορινθιακό χαλκό, ενώ είναι ακόμα διάπυρος και καυτός, επειδή στην Κόρινθο δεν βγαίνει χαλκός. Κοντά στην Πειρήνη υπάρχει ακόμη άγαλμα και περίβολος του Απόλλωνα και μέσα σ' αυτόν ζωγραφική παράσταση του κατορθώματος του Οδυσσέα εναντίον των μνηστήρων. 

[4] Προχωρώντας πάλι στον ευθύ δρόμο για το Λέχαιο, συναντά κανείς χάλκινο Ερμή, που παριστάνεται καθιστός. Δίπλα του υπάρχει κριάρι, επειδή πιστεύεται πως ο Ερμής περισσότερο απ' όλους τους θεούς προστατεύει και αυξάνει τα κοπάδια, όπως γράφει και ο Όμηρος στην Ιλιάδα:

Τον γιο του Φόρβαντα με τα πολλά κοπάδια,
που πιο πολύ
ο Ερμής αγαπούσε από τους Τρώες και
του χάρισε πλούτη.

Δεν θα αναφέρω, παρ' ότι τα γνωρίζω, όσα λέγονται στα μυστήρια της Μητέρας, για τον Ερμή και το κριάρι. Μετά το άγαλμα του Ερμή βλέπεις τον Ποσειδώνα, τη Λευκοθέα και τον Παλαίμονα πάνω στο δελφίνι του. 

[5] Στην Κόρινθο υπάρχουν κι άλλα λουτρά σε πολλά μέρη. Μερικά κατασκευάστηκαν από το ταμείο της πόλης και ένα από τον βασιλιά Αδριανό. Το πιο ονομαστό είναι κοντά στον Ποσειδώνα. Το έφτιαξε ο Σπαρτιάτης Ευρυκλής και το διακόσμησε και με άλλα είδη λίθων και μ' ένα που βγαίνει στις Κροκεές της Λακωνικής χώρας. Στα αριστερά της εισόδου στέκεται ο Ποσειδώνας και στη συνέχεια μια Άρτεμη που κυνηγά. Πολλές κρήνες υπάρχουν στην πόλη, επειδή υπάρχουν άφθονα υπόγεια νερά. Έχουν κατασκευαστεί και πολλές κρήνες σ' όλη την πόλη, γιατί κυλά άφθονο νερό εκεί και ο βασιλιάς Αδριανός έφερε κι άλλο από τη Στύμφαλο. Η κρήνη που αξίζει περισσότερο να δει κανείς είναι κοντά στο άγαλμα της Άρτεμης· πάνω της στέκει ο Βελλεροφόντης και το νερό της αναβλύζει από την οπλή του αλόγου Πήγασου. 

[6] Ακολουθώντας από την αγορά άλλη κατεύθυνση προς τη Σικυώνα, συναντά κανείς στα δεξιά του δρόμου ναό και χάλκινο άγαλμα του Απόλλωνα και λίγο πιο πέρα κρήνη που λέγεται της Γλαύκης· γιατί σ' αυτή, όπως λένε, ρίχτηκε πιστεύοντας ότι τα νερά της θα τη θεράπευαν απ’τα δηλητήρια της Μήδειας. Πέρα από την κρήνη αυτή βρίσκεται το λεγόμενο Ωδείο. Δίπλα σ' αυτό είναι το μνήμα των παιδιών της Μήδειας, που λέγονταν Μέρμερος και Φέρης. Λέγεται ότι οι Κορίνθιοι τα σκότωσαν με λιθοβολισμό εξαιτίας των δώρων που έφεραν στη Γλαύκη. 

[7] Επειδή όμως ο θάνατος τους ήταν βίαιος και άδικος, τα παιδιά των Κορινθίων θανατώνονταν εξαιτίας αυτών, ώσπου ο θεός έδωσε χρησμό και ορίστηκαν ετήσιες θυσίες και στήθηκε φόβητρο, που διατηρείται ως τις μέρες μας, με την εικόνα γυναίκας που έχει όσο το δυνατόν πιο τρομακτική όψη. Επειδή η Κόρινθος καταστράφηκε από τους Ρωμαίους και εξοντώθηκαν οι παλιοί Κορίνθιοι, οι έποικοι δεν τελούν πια ούτε τις θυσίες ούτε τα παιδιά τους κόβουν τα μαλλιά τους ούτε φορούν μαύρα ρούχα. 

[8] Η Μήδεια τότε πήγε στην Αθήνα και παντρεύτηκε τον βασιλιά Αιγέα. Καιρό όμως αργότερα την έπιασαν να μηχανορραφεί κατά του Θησέα και φεύγοντας από την Αθήνα πήγε στην περιοχή που ονομαζόταν άλλοτε Αρία και έδωσε το όνομά της στους κατοίκους, ώστε να αποκαλούνται απ’αυτή Μήδοι. Λένε ότι τον γιο της, που φεύγοντας για την Αρία πήρε μαζί της, τον είχε αποκτήσει από τον Αιγέα και ότι ονομαζόταν Μήδος. Ο Ελλάνικος όμως τον αποκαλεί Πολύξενο και λέει ότι πατέρας του ήταν ο Ιάσονας. 

[9] Υπάρχουν Ελληνικά έπη που λέγονται Ναυπάκτια· σ’αυτά ιστορείται πως ο Ιάσονας μετοίκησε από την Ιωλκό στην Κέρκυρα μετά τον θάνατο του Πελία και πως ο μεγάλος του ο γιος, ο Μέρμερος, ενώ κυνηγούσε στην απέναντι στεριά, σκοτώθηκε από μια λέαινα. Για τον Φέρητα όμως δεν αναφέρουν τίποτα σ' αυτό το ποίημα. Ο Λακεδαιμόνιος Κιναίθωνας —που έγραψε κι αυτός γενεαλογίες σε έπος— λέει ότι ο Ιάσονας απέκτησε από τη Μήδεια τον Μήδειο και μία κόρη, την Εριώπη. Ούτε κι αυτός, όμως, έχει γράψει τίποτε περισσότερο για τα παιδιά του. 

[10] Ο Εύμηλος λέει ότι ο Ήλιος έδωσε την Ασωπία χώρα στον Αλωέα και την Εφυραία στον Αιήτη. Ο Αιήτης, φεύγοντας για τους Κόλχους, εμπιστεύτηκε τη χώρα του στον Βούνο, που είναι γιος του Ερμή και της Αλκιδάμειας. Όταν πέθανε ο Βούνος, ο Επωπέας, γιος του Αλωέα, πήρε και την εξουσία της Εφυραίας. Αργότερα, όταν ο γιος του Μαραθώνα, ο Κόρινθος, πέθανε χωρίς να αποκτήσει παιδιά, οι Κορίνθιοι έστειλαν και έφεραν από την Ιωλκό τη Μήδεια και της παρέδωσαν την εξουσία. 

[11] Έτσι έγινε βασιλιάς της Κορίνθου αντί για τη Μήδεια ο Ιάσονας. Η Μήδεια γεννούσε παιδιά, αλλά το καθένα που γεννιόταν το έκρυβε φέρνοντάς το στο ιερό της Ήρας, επειδή πίστευε ότι έτσι θα τα έκανε αθάνατα. Στο τέλος κατάλαβε κι η ίδια ότι οι ελπίδες της δεν θα εκπληρώνονταν και, όταν την αντιλήφθηκε ο Ιάσονας —αυτός δεν τη συγχώρησε, αν και αυτή το ζήτησε, και έφυγε με πλοίο για την Ιωλκό— εξαιτίας αυτών έφυγε και η Μήδεια, αφήνοντας τον θρόνο στον Σίσυφο.




ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

[1] Αυτά ήταν όσα διάβασα. Όχι μακριά από το μνήμα βλέπει κανείς το ιερό της Χαλινίτιδας Αθηνάς. Λένε ότι η Αθηνά βοήθησε τον Βελλεροφόντη πιο πολύ απ' όλους τους θεούς και σε άλλα και του χάρισε τον Πήγασο, αφού τον τιθάσευσε και πέρασε το χαλινάρι στο άλογο η ίδια. Το άγαλμά της είναι ξόανο, αλλά το πρόσωπο, τα χέρια και οι άκρες των ποδιών της είναι από λευκό μάρμαρο. 

[2] Ότι ο Βελλεροφόντης δεν βασίλεψε με απόλυτη εξουσία, αλλά ότι βρισκόταν κάτω από την εποπτεία του Προίτου και των Αργείων το γνωρίζω κι εγώ και όποιος έχει διαβάσει προσεκτικά τα έπη του Ομήρου. Φαίνεται πως, όταν ο Βελλεροφόντης μετοίκησε στη Λυκία, οι Κορίνθιοι εξακολούθησαν να είναι υπήκοοι των βασιλιάδων του Άργους ή των Μυκηνών. Δεν είχαν δικό τους αρχηγό του στρατού κατά της Τροίας, αλλά συμμετείχαν σε κοινό εκστρατευτικό σώμα Μυκηναίων και άλλων που διοικούσε ο Αγαμέμνονας. 

[3] Ο Σίσυφος δεν απέκτησε μόνο τον Γλαύκο, τον πατέρα του Βελλεροφόντη· είχε γιο και τον Ορνυτίωνα, τον Θέρσανδρο και τον Άλμο. Γιος του Ορνυτίωνα ήταν ο Φώκος, που λεγόταν και γιος του Ποσειδώνα. Ο Φώκος εγκαταστάθηκε στην Τιθορέα της λεγόμενης Φωκίδας, ενώ ο νεότερος γιος του Ορνυτίωνα, ο Θόας, έμεινε στην Κόρινθο. Γιος του Θόαντα ήταν ο Δαμοφώντας, του Δαμοφώντα ο Προπόδας και του Προπόδα ο Δωρίδας και ο Υανθίδας. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του οι Δωριείς εκστράτευσαν εναντίον της Κορίνθου. Αρχηγό είχαν τον Αλήτη, γιο του Ιππότη, γιου του Φύλαντα, γιου του Αντιόχου, γιου του Ηρακλή. Ο Δωρίδας, λοιπόν, και ο Υανθίδας παρέδωσαν την εξουσία στον Αλήτη και παρέμειναν στην Κόρινθο, ο δήμος όμως των Κορινθίων παραμερίστηκε από τους Δωριείς, αφού ηττήθηκε σε μάχη. 

[4] Ο Αλήτης και οι απόγονοι του βασίλεψαν πέντε γενιές μέχρι τον Βάκχη, τον γιο του Προύμνη. Οι Βακχίδες απ' αυτόν πήραν το όνομά τους και έμειναν στην εξουσία άλλες πέντε γενιές μέχρι τον Τελέστη, γιο του Αριστοδήμου, που τον σκότωσαν από μίσος ο Αριέας και ο Περάντας. Από τότε δεν έγινε κανείς πια βασιλιάς, παρά μόνον από τους Βακχίδες πρυτάνεις, άρχοντες για ένα χρόνο, ώσπου ο Κύψελος, γιος του Ηετίωνα, έγινε τύραννος και ανέτρεψε τους Βακχίδες. Ο Κύψελος ήταν απόγονος του Μέλανα, γιου του Αντάσου. Ο Μέλανας από τη Γονούσσα, πάνω από τη Σικυώνα, που είχε εκστρατεύσει με τους Δωριείς εναντίον της Κορίνθου, ο Αλήτης, σύμφωνα με απόφαση του θεού, τον διέταξε να φύγει σ' άλλο μέρος της Ελλάδας. Αργότερα, παραβαίνοντας τον χρησμό, δέχτηκε να εγκατασταθεί εκεί. Αυτά έμαθα για τους βασιλιάδες της Κορίνθου. 

[5] Το ιερό της Αθηνάς Χαλινίτιδας είναι κοντά στο θέατρο και κοντά υπάρχει ξόανο του Ηρακλή γυμνού. Λένε ότι το έφτιαξε ο Δαίδαλος. Όλα τα έργα του Δαιδάλου είναι αδέξια στην όψη, αλλά έχουν κάτι ένθεο. Πάνω από το θέατρο είναι ιερό του Καπετωλίου Δία, όπως λέγεται στη γλώσσα των Ρωμαίων· στην Ελληνική γλώσσα θα ονομαζόταν Κορυφαίος. Όχι μακριά απ' αυτό το θέατρο υπάρχει το παλιό γυμνάσιο και πηγή, που λέγεται Λέρνα. Έχει κίονες ολόγυρα και καθίσματα, για να δροσίζονται όσοι μπαίνουν εκεί το καλοκαίρι. Κοντά στο γυμνάσιο αυτό υπάρχουν ναοί του Δία και του Ασκληπιού. Το άγαλμα του Ασκληπιού και της Υγείας είναι από λευκό μάρμαρο, ενώ του Δία χάλκινο. 

[6] Ανεβαίνοντας στον Ακροκόρινθο —είναι η κορυφή του βουνού πάνω από την πόλη, που την έδωσε στον Ήλιο ο Βριάρεως με δικαστική απόφαση και ο Ήλιος, όπως λένε οι Κορίνθιοι, την παραχώρησε στην Αφροδίτη— σ' αυτό τον Ακροκόρινθο ανεβαίνοντας βλέπεις τεμένη της Ίσιδας, το ένα στην επονομαζόμενη Πελαγία και το άλλο στην Αιγύπτια, και δύο του Σάραπη, από τα οποία το ένα του λεγόμενου Σάραπη του Κανώβου. Μετά απ' αυτά βρίσκονται βωμοί στον Ήλιο και ιερό της Ανάγκης και της Βίας, αλλά απαγορεύουν την είσοδο σ' αυτά. 

[7] Πιο ψηλά απ' αυτό είναι ναός της Μητέρας των θεών και στήλη και θρόνος. Η στήλη και ο θρόνος είναι μαρμάρινα. Στον ναό των Μοιρών, της Δήμητρας και της Κόρης δεν υπάρχουν φανερά αγάλματα. Εκεί είναι και το ιερό της Βουναίας Ήρας, που ίδρυσε ο Βούνος, ο γιος του Ερμή· γι’αυτό και η θεά ονομάζεται Βουναία.


ΤΟ ΒΑΡΕΛΙ ΤΟΥ ΔΙΟΓΕΝΗ-ΛΙΘΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ 1820


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

[1] Ανεβαίνοντας στον Ακροκόρινθο υπάρχει ναός της Αφροδίτης. Υπάρχουν και αγάλματα που παριστάνουν την ίδια τη θεά οπλισμένη, τον Ήλιο και τον Έρωτα να κρατά τόξο. Λένε ότι η πηγή, που βρίσκεται πίσω από τον ναό, είναι το δώρο του Ασωπού που δόθηκε στον Σίσυφο. Αυτός γνώριζε ότι ο Δίας είχε αρπάξει την κόρη του Ασωπού, την Αίγινα, αλλά αρνιόταν να το πει στον πατέρα της που την αναζητούσε, προτού αναβλύσει γι'αυτόν νερό και στον Ακροκόρινθο. Όταν του το χάρισε ο Ασωπός, του έδωσε την πληροφορία, για την οποία —όποιος το πιστεύει— ο Σίσυφος τιμωρήθηκε στον Άδη. Άκουσα να λένε ότι αυτή είναι η Πειρήνη και ότι το νερό που φτάνει υπόγεια στην πόλη, πηγάζει από αυτή. 

[2] Ο Ασωπός, όμως, πηγάζει από τη Φλιασία, διαρρέει τη Σικυωνία και εκβάλλει στη θάλασσά της. Οι Φλιάσιοι λένε ότι οι κόρες του ήταν η Κέρκυρα, η Αίγινα και η Θήβη. Από την Κέρκυρα και την Αίγινα μετονομάστηκαν τα νησιά που άλλοτε λέγονταν Σχερία και Οινώνη, ενώ το όνομα της Θήβης δόθηκε στην πόλη κάτω από την Καδμεία. Οι Θηβαίοι διαφωνούν και ισχυρίζονται ότι η Θήβη ήταν κόρη του Βοιωτικού Ασωπού και όχι του Φλιασίου. 

[3] Τα άλλα σχετικά με τον ποταμό τα λένε οι Φλιάσιοι και οι Σικυώνιοι, ότι δηλαδή τα νερά προέρχονται από άλλο μέρος και όχι από τη γη τους, γιατί ο Μαίανδρος κατεβαίνοντας από τις Κελαινές, διά μέσου της Φρυγίας και της Καρίας, εκβάλλει στη θάλασσα κοντά στη Μίλητο, έρχεται στην Πελοπόννησο και δημιουργεί τον Ασωπό. Παρόμοια ιστορία άκουσα και από τους Δηλίους. Εκεί λένε πως τα νερά του Ινωπού έρχονται από τον Νείλο. Λένε μάλιστα πως κι ο Νείλος είναι ο Ευφράτης, ο οποίος χάνεται σ' ένα έλος και ανεβαίνει ξανά πάνω από την Αιθιοπία, όπου σχηματίζει τις πηγές του Νείλου. 

[4] Αυτά άκουσα για τον Ασωπό. Προχωρώντας από τον Ακροκόρινθο στον ορεινό δρόμο, φτάνεις στην Τενεατική πύλη και ιερό της Ειλειθυίας. Η λεγόμενη Τενέα απέχει από κει εξήντα στάδια. Οι κάτοικοι της ισχυρίζονται πως είναι Τρώες, οι οποίοι, αιχμάλωτοι των Ελλήνων από την Τένεδο, εγκαταστάθηκαν εδώ, όταν τους παραχώρησε τη γη ο Αγαμέμνονας. Γι' αυτό τον λόγο τιμούν τον Απόλλωνα περισσότερο απ' όλους τους θεούς. 

[5] Προχωρώντας από την Κόρινθο όχι προς τα μεσόγεια αλλά προς τη Σικυώνα, βρίσκεις κοντά στην πόλη, στ' αριστερά του δρόμου, καμένο ναό. Πολλοί πόλεμοι έγιναν στην Κορινθία και, όπως ήταν φυσικό, κάποια πυρκαγιά κατέστρεψε και σπίτια και ιερά, που βρίσκονταν έξω από το τείχος. Λένε όμως πως αυτός ο ναός ήταν του Απόλλωνα και ότι τον έκαψε ο Πύρρος, ο γιος του Αχιλλέα. Άκουσα αργότερα και άλλα γι' αυτό, ότι δηλαδή οι Κορίνθιοι είχαν φτιάξει τον ναό για τον Ολύμπιο Δία, αλλά ξαφνικά ξέσπασε φωτιά που ξεκίνησε από κάπου και το κατέστρεψε. 

[6] Οι Σικυώνιοι, που συνορεύουν με τους Κορινθίους, υποστηρίζουν σχετικά με τη χώρα τους ότι πρώτος αυτόχθονας ήταν ο Αιγιαλέας. Λένε ακόμα ότι η περιοχή που ως τα σήμερα λέγεται Αιγιαλός πήρε το όνομά της απ' αυτόν που βασίλεψε εκεί. Αυτός ίδρυσε πρώτος και την πόλη στην πεδιάδα, την Αιγιάλεια. Η ακρόπολή της ήταν στο σημείο που σήμερα βρίσκεται το ιερό της Αθηνάς. Γιος του Αιγιαλέα λένε ότι ήταν ο Εύρωπας, του Εύρωπα ο Τελχίνας και του Τελχίνα ο Άπις. 

[7] Ο Άπις αυτός απέκτησε τόση δύναμη, προτού φτάσει στην Ολυμπία ο Πέλοπας, ώστε η χώρα μέσα από τον ισθμό να ονομάζεται απ' αυτόν Απία. Γιος του Άπη ήταν ο Θελξίονας, του Θελξίονα ο Αίγυρος και αυτού ο Θουρίμαχος και του Θουριμάχου ο Λεύκιππος. Ο Λεύκιππος δεν έκανε αγόρια, μόνο μία κόρη, την Καλχινία. Λένε ότι μ' αυτή την Καλχινία ζευγάρωσε ο Ποσειδώνας και ότι το παιδί που απέκτησε απ' αυτή ανατράφηκε από τον Λεύκιππο και, όταν αυτός πέθανε, του παρέδωσε την εξουσία. Το παιδί ονομαζόταν Πέρατος. 

[8] Τα σχετικά με τον γιο του Περάτου, τον Πλημναίο, μου φαίνονται αξιοθαύμαστα. Όλα τα παιδιά, που γεννούσε η γυναίκα του, με το πρώτο τους κλάμα πέθαιναν, ωσότου η Δήμητρα λυπήθηκε τον Πλημναίο και, πηγαίνοντας στην Αιγιάλεια ως ξένη γυναίκα, ανέθρεψε τον γιο του, τον Ορθόπολη. Κόρη του Ορθόπολη ήταν η Χρυσόρθη· αυτή απέκτησε, όπως λένε, παιδί από τον Απόλλωνα, το οποίο ονομάστηκε Κόρωνος. Ο Κόρωνος απέκτησε τον Κόρακα και τον νεότερο Λαμέδοντα.




ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

[1] Όταν ο Κόρακας πέθανε άκληρος, ήρθε από τη Θεσσαλία και ο Επωπέας που κατέλαβε την εξουσία. Λένε ότι κατά τη βασιλεία του για πρώτη φορά εχθρική στρατιά εισέβαλε στη χώρα τους, ενώ μέχρι τότε ζούσαν πάντα ειρηνικά. Αιτία του πολέμου ήταν η εξής. Η Αντιόπη, κόρη του Νυκτέα, ήταν η πιο όμορφη ανάμεσα στις Ελληνίδες και υπήρχε φήμη ότι ήταν κόρη του Ασωπού, που αποτελεί σύνορο ανάμεσα στη χώρα των Θηβών και των Πλαταιών, και όχι του Νυκτέα. 

[2] Δεν γνωρίζω αν ο Επωπέας την άρπαξε, αφού την είχε ζητήσει για γυναίκα ή από την αρχή είχε σκεφτεί να ενεργήσει με θράσος. Οι Θηβαίοι ένοπλοι εκστράτευσαν και στη μάχη πληγώθηκε ο Νυκτέας· τραυματίστηκε ακόμη και ο Επωπέας, που όμως νίκησε. Μετέφεραν τον πληγωμένο Νυκτέα πίσω στη Θήβα. Όταν επρόκειτο να πεθάνει, ανέθεσε προσωρινά την εξουσία στον αδελφό του Λύκο, γιατί τον Λάβδακο, τον γιο του Πολυδώρου και εγγονό του Κάδμου, που ήταν ακόμη ανήλικος, επιτρόπευε ο Νυκτέας, όρισε να τον επιτροπεύει εκείνος. Ικέτευσε αυτόν τον Λύκο να εκστρατεύσει ενάντια στην Αιγιάλεια με μεγαλύτερο στρατό, για να εκδικηθεί τον Επωπέα και να κάνει κακό και στην Αντιόπη την ίδια, αν την έπιανε. 

[3] Ο Επωπέας πρόσφερε αμέσως θυσίες για τη νίκη του και έχτιζε ναό της Αθηνάς. Όταν τελείωσε, προσευχήθηκε στη θεά να του αποκαλύψει, αν ο ναός είχε φτιαχτεί, όπως εκείνη ήθελε. Λένε ότι μετά την προσευχή του μπροστά στον ναό έτρεξε λάδι. Αργότερα ο Επωπέας πέθανε από το τραύμα που είχε αμελήσει στην αρχή. Έτσι ο Λύκος δεν χρειαζόταν πια να πολεμήσει. Εξάλλου ο Λαμέδοντας, γιος του Κορώνου, που βασίλεψε μετά τον Επωπέα, έδωσε πίσω την Αντιόπη. Καθώς οδηγούνταν στη Θήβα από τον δρόμο για τις Ελευθερές, γέννησε εκεί κατά τη διάρκεια της πορείας. Για το γεγονός αυτό ο Άσιος, γιος του Αμφιπτολέμου, γράφει αυτούς τους στίχους:

Γέννησε τον Ζήθο και τον θεϊκό Αμφίονα η Αντιόπη,
η κόρη του ποταμού Ασωπού με τις βαθιές δίνες,
αφού συνέλαβε από τον Δία και τον άρχοντα των λαών Επωπέα.

Ο Όμηρος όμως αναφέρει τη σεμνότερη καταγωγή τους και λέει ότι ήταν οι πρώτοι οικιστές των Θηβών, διαχωρίζοντας, όπως καταλαβαίνω, την κάτω πόλη απ' την Καδμεία. 

[4] Ο Λαμέδοντας, όταν ανέλαβε τη βασιλεία, παντρεύτηκε μια Αθηναία, τη Φηνώ, κόρη του Κλυτίου. Όταν αργότερα άρχισε πόλεμο κατά του Αρχάνδρου και του Αρχιτέλη, τους γιους του Αχαιού, έφερε από την Αττική για σύμμαχο τον Σικυώνα και του έδωσε σύζυγο την κόρη του, τη Ζευξίππη. Και η χώρα, στην οποία βασίλεψε στο εξής λεγόταν Σικυωνία και η πόλη Σικυώνα αντί Αιγιάλη. Λένε πως ο Σικυώνας δεν ήταν γιος του Μαραθώνα, γιου του Επωπέα, αλλά του Μητίονα, γιου του Ερεχθέα. Σ' αυτό συμφωνεί και ο Άσιος, γιατί ο Ησίοδος αναφέρει στα έπη του τον Σικυώνα ως γιο του Ερεχθέα και ο Ίβυκος λέει ότι αυτός ήταν γιος του Πέλοπα. 

[5] Η κόρη του Σικυώνα λεγόταν Χθονοφύλη και λένε ότι αυτή γέννησε από τον Ερμή τον Πόλυβο. Στη συνέχεια παντρεύτηκε τον Φλίαντα, γιο του Διονύσου, και γέννησε τον Ανδροδάμαντα. Ο Πόλυβος έδωσε την κόρη του, Λυσιάνασσα, στον Ταλαό, τον βασιλιά του Άργους και γιο του Βίαντα. Όταν ο Άδραστος έφυγε από το Άργος, ήρθε στον Πόλυβο στη Σικυώνα και, όταν έπειτα ο Πόλυβος πέθανε, τον διαδέχτηκε στην εξουσία της Σικυώνας. Και όταν επέστρεψε ο Άδραστος στο Άργος, ήρθε από την Αττική να βασιλέψει ο Ιανίσκος, απόγονος του Κλυτίου, του πεθερού του Λαμέδοντα. Όταν πέθανε ο Ιανίσκος, τον διαδέχτηκε ο Φαίστος, ένας από τους γιους του Ηρακλή, όπως λένε. 

[6] Όταν ο Φαίστος, σύμφωνα με χρησμό, μετοίκησε στην Κρήτη, λέγεται ότι βασίλεψε ο Ζεύξιππος, ο γιος του Απόλλωνα και της νύμφης Υλλίδας. Μετά τον θάνατο του Ζευξίππου, κατά της Σικυώνας και του βασιλιά Ιππολύτου, γιου του Ροπάλου και εγγονού του Φαίστου, επιτέθηκε ο Αγαμέμνονας. Ο Ιππόλυτος, επειδή φοβήθηκε πολύ τον επιτιθέμενο στρατό, συνθηκολόγησε να γίνει υποτελής του Αγαμέμνονα και των Μυκηναίων. Γιος του Ιππολύτου ήταν ο Λακεστάδης. Ο Φάλκης, γιος του Τημένου, όταν κατέλαβε νύχτα τη Σικυώνα με τους Δωριείς δεν έκανε κακό σ' αυτόν, γιατί κι αυτός ήταν απόγονος του Ηρακλή, και μοιράστηκε την εξουσία μαζί του.




ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

[1] Από τότε οι Δωριείς αυτοί έγιναν Σικυώνιοι και η χώρα τους ανήκε στην Αργολίδα. Την πόλη του Αιγιαλέα στην πεδιάδα κατέστρεψε ο Δημήτριος, γιος του Αντίγονου, και οικοδόμησε τη σημερινή πόλη κοντά στην παλιά ακρόπολη. Οι Σικυώνιοι όμως εξασθένησαν· την αιτία δεν χρειάζεται να την αναζητήσει πολύ κανείς, αρκεί μόνο ένας στίχος του Ομήρου για τον Δία:

αυτός κατέλυσε τις κορυφές πολλών πόλεων.

Κι ενώ ήταν τόσο αποδυναμωμένοι, ένας σεισμός που παρ' ολίγο θα ερήμωνε την πόλη από τους κατοίκους της ενώ τους κατέστρεψε και πολλά αξιοθέατα. Ο ίδιος σεισμός προκάλεσε ζημίες και σε πόλεις της Καρίας, της Λυκίας, ιδιαίτερα μάλιστα συγκλονίστηκε το νησί της Ρόδου, ώστε λένε πως επαληθεύτηκε ο χρησμός της Σίβυλλας για τη Ρόδο. 

[2] Στον δρόμο από την Κορινθία προς τη Σικυωνία υπάρχει μνήμα κάποιου Λύκου από τη Μεσσηνία —όποιος κι αν είναι αυτός ο Λύκος. Γιατί δεν βρίσκω κανένα Μεσσήνιο Λύκο αθλητή του πεντάθλου ή νικητή στην Ολυμπία. Το μνήμα του είναι ένας λοφίσκος από χώμα· οι Σικυώνιοι θάβουν τους νεκρούς με τρόπο σε πολλά σημεία όμοιο. Καλύπτουν τον νεκρό με χώμα και πάνω χτίζουν πέτρινη βάση, στην οποία στηρίζουν κίονες που κρατούν κάτι σαν το αέτωμα των ναών. Δεν γράφουν τίποτα άλλο, εκτός από το όνομα του πεθαμένου, χωρίς το πατρώνυμο, και απευθύνουν στον νεκρό το «χαίρε». 

[3] Μετά το μνήμα του Λύκου, περνώντας στην απέναντι όχθη του Ασωπού, βλέπεις στα δεξιά το Ολύμπιο και λίγο πιο μπροστά, στ' αριστερά του δρόμου, είναι ο τάφος του Εύπολη, του Αθηναίου κωμωδιογράφου. Προχωρώντας παραπέρα και στρίβοντας προς την πόλη, συναντάς το μνήμα της Ξενοδίκης που πέθανε στους πόνους της γέννας. Αυτό δεν το κατασκεύασαν σύμφωνα με την τοπική συνήθεια, αλλά έτσι ώστε να ταιριάζει με τη ζωγραφιά του. Τον ζωγραφικό αυτό πίνακα αξίζει οπωσδήποτε να τον δει κανείς. 

[4] Λίγο πιο πέρα είναι ο τάφος των Σικυωνίων, που σκοτώθηκαν στην Πελλήνη και στη Δύμη της Αχαΐας, στη Μεγαλόπολη και στη Σελλασία. Θα εξηγήσω σαφέστερα στη συνέχεια τα σχετικά μ' αυτούς. Κοντά στην πύλη υπάρχει και πηγή μέσα σε σπήλαιο, που το νερό της δεν αναβλύζει από τη γη, αλλά τρέχει από την οροφή του σπηλαίου· γι' αυτό ονομάζουν την πηγή Στάζουσα. 

[5] Στη σημερινή ακρόπολη υπάρχει ιερό της Ακραίας Τύχης και μετά αυτό των Διοσκούρων. Τα αγάλματά τους, όπως και της Τύχης, είναι ξόανα. Στο θέατρο, που έχτισαν κάτω από την ακρόπολη, ο άνδρας, που παριστάνεται στη σκηνή να κρατάει ασπίδα, λένε πως είναι ο Άρατος, ο γιος του Κλεινία. Μετά το θέατρο υπάρχει ναός του Διονύσου. Ο θεός είναι φτιαγμένος από ελεφαντόδοντο και χρυσό και οι Βάκχες δίπλα του από λευκό μάρμαρο. Λένε ότι αυτές οι γυναίκες είναι αφιερωμένες στον Διόνυσο και ότι καταλαμβάνονται από μανία προς τιμήν του. Στη Σικυώνα υπάρχουν και αγάλματα που είναι κρυμμένα. Μία νύχτα τον χρόνο τα μεταφέρουν από το λεγόμενο κοσμητήριο στο Διονύσιο με αναμμένες δάδες και τοπικούς ύμνους. 

[6] Πρώτο μεταφέρουν αυτόν που ονομάζουν Βάκχειο, που τον αφιέρωσε ο Ανδροδάμας, γιος του Φλίαντα— ακολουθεί ο λεγόμενος Λύσιος, που ο Θηβαίος Φάνης υπακούοντας στην προσταγή της Πυθίας έφερε από τη Θήβα. Ο Φάνης ήρθε στη Σικυώνα την εποχή που ο Αριστόμαχος, ο γιος του Κλεοδαίου, δεν ερμήνευσε σωστά τον χρησμό του μαντείου και έτσι απέτυχε να επιστρέψει στην Πελοπόννησο. Βαδίζοντας από το Διονύσιο προς την αγορά, βλέπεις στα δεξιά ναό της Λιμναίας Άρτεμης. Το ότι η σκεπή του έχει καταρρεύσει είναι εμφανές· αλλά για το άγαλμα κανείς δεν ήξερε να μου πει αν το μετέφεραν σε άλλο μέρος ή με ποιο τρόπο καταστράφηκε εδώ. 

[7] Στον δρόμο προς την αγορά βρίσκεται ιερό της Πειθώς, που ούτε σ' αυτό υπάρχει άγαλμα. Λένε πως άρχισαν να λατρεύουν την Πειθώ για τον ακόλουθο λόγο. Όταν ο Απόλλωνας και η Άρτεμη σκότωσαν τον Πύθωνα, ήρθαν για εξαγνισμό στην Αιγιάλεια. Επειδή όμως στον τόπο που μέχρι σήμερα ονομάζουν Φόβο, τους έπιασε πανικός, έτρεξαν αμέσως στον Καρμάνορα, στην Κρήτη, ενώ στην Αιγιάλεια έπεσε φοβερή αρρώστια στους ανθρώπους. Οι μάντεις τους πρόσταξαν να εξευμενιστεί ο Απόλλωνας και η Άρτεμη. 

[8] Έστειλαν τότε στον ποταμό Σύθα εφτά αγόρια και εφτά κορίτσια να προσευχηθούν. Λένε πως οι θεοί απ’αυτούς πείστηκαν και επέστρεψαν στην τότε ακρόπολη. Το σημείο απ' όπου μπήκαν πρώτα είναι ιερό της Πειθώς. Κάτι παρόμοιο κάνουν ακόμη και σήμερα. Στη γιορτή του Απόλλωνα στέλνουν νέους στον Σύθα και, αφού φέρουν τ' αγάλματα των θεών στο ιερό της Πειθώς, λένε ότι τα πηγαίνουν πάλι στον ναό του Απόλλωνα. Ο ναός βρίσκεται στη σημερινή αγορά και λένε ότι αρχικά χτίστηκε από τον Προίτο, γιατί θεραπεύτηκαν εκεί οι θυγατέρες τους από τη μανία. 

[9] Λένε κι άλλα, ότι δηλαδή στον ναό αυτό είχε αφιερώσει ο Μελέαγρος τη λόγχη, με την οποία σκότωσε τον αγριόχοιρο. Λένε ότι εδώ είναι αφιερωμένοι οι αυλοί του Μαρσύα, γιατί όταν ο Σιληνός έπαθε τη συμφορά, ο ποταμός Μαρσύας έφερε τους αυλούς στον Μαίανδρο, που φάνηκαν στον Ασωπό και βγήκαν στη Σικυωνία, όπου τους βρήκε κάποιος βοσκός και τους αφιέρωσε στον Απόλλωνα. Κανένα απ' αυτά τ' αφιερώματα δεν σώθηκε ως τις μέρες μας, γιατί κάηκαν όλα όταν πήρε φωτιά ο ναός. Ο ναός που υπάρχει στις μέρες μου και το άγαλμα είναι αφιερωμένα από τον Πυθοκλή.


Ακροκόρινθος, γκραβούρα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

[1] Το τέμενος κοντά στο ιερό της Πειθώς, που είναι αφιερωμένο στους Ρωμαίους βασιλείς, ήταν κάποτε κατοικία του τυράννου Κλέωνα. Όταν οι Σικυώνιοι κατοικούσαν ακόμη στην κάτω πόλη, τύραννος ήταν ο Κλεισθένης, γιος του Αριστωνύμου και εγγονός του Μύρωνα. Στη σημερινή πόλη έγινε τύραννος ο Κλέωνας. Μπροστά στο σπίτι αυτό υπάρχει ένα ηρώο του Αράτου, που τα έργα του υπήρξαν σπουδαιότερα όλων των Ελλήνων της εποχής του. 

[2] Τα σχετικά μ' αυτόν έχουν ως εξής. Μετά τη μοναρχία του Κλέωνα, όσοι ανήκαν στην άρχουσα τάξη επιθυμούσαν τόσο να επιβληθεί τυραννία, ώστε δύο άνδρες, ο Ευθύδημος και ο Τιμοκλείδας, έγιναν μαζί τύραννοι. Ο δήμος όμως τους ανέτρεψε και έδωσε την εξουσία στον Κλεινία, πατέρα του Αράτου. Λίγο καιρό αργότερα έγινε τύραννος ο Αβαντίδας. Ο Κλεινίας είχε πεθάνει πριν απ' αυτό. Ο Αβαντίδας εξόρισε τον Άρατο ή ο ίδιος ο Άρατος έφυγε από την πόλη με τη θέλησή του. Οι ντόπιοι τότε δολοφονούν τον Αβαντίδα και αμέσως γίνεται τύραννος ο πατέρας του Αβαντίδα, ο Πασέας. 

[3] Ο Νικοκλής τον σκότωσε και πήρε ο ίδιος την τυραννική εξουσία. Ο Άρατος κινήθηκε εναντίον αυτού του Νικοκλή με Σικυωνίους εξορίστους και Αργείους μισθοφόρους· διέφυγε την προσοχή μερικών μέσα στο σκοτάδι —γιατί η επιχείρηση έγινε νύχτα— και εξοντώνοντας μερικούς φρουρούς μπήκε στο τείχος· με την αυγή παίρνοντας τον δήμο με το μέρος του επιτέθηκε βιαστικά στο σπίτι του τυράννου, αλλά εύκολα το κατέλαβε και ο ίδιος ο Νικοκλής διέφυγε απαρατήρητος. Ο Άρατος εδραίωσε την ισοπολιτεία στους Σικυωνίους και τους συμφιλίωσε με τους εξόριστους. Έδωσε ακόμη στους εξόριστους τα σπίτια τους και όση από την περιουσία τους είχε πουληθεί, πληρώνοντας ο ίδιος τους αγοραστές. 

[4] Και επειδή όλοι οι Έλληνες φοβούνταν τους Μακεδόνες και τον Αντίγονο, τον επίτροπο του Φιλίππου, του γιου του Δημητρίου, έκανε τους Σικυωνίους, αν και Δωριείς, μέλη της Αχαϊκής συμπολιτείας. Εκλέχτηκε αμέσως από τους Αχαιούς στρατηγός και τους οδήγησε ενάντια στους Λοκρούς της Άμφισσας και στη χώρα των Αιτωλών, που ήταν εχθροί, και την κυρίεψε· κι ενώ ο Αντίγονος κατείχε την Κόρινθο και φρουρά Μακεδόνων βρισκόταν μέσα στην πόλη, αυτός με αιφνιδιαστική επίθεση κατέβαλε τους Μακεδόνες και νικώντας στη μάχη σκότωσε και άλλους και τον Περσαίο, τον διοικητή της φρουράς, που είχε σπουδάσει φιλοσοφία κοντά στον Ζήνωνα, τον γιο του Μνασέα. 

[5] Μόλις ελευθέρωσε την Κόρινθο ο Άρατος, προσχώρησαν στην Αχαϊκή συμπολιτεία οι Επιδαύριοι, οι Τροιζήνιοι, που ζούσαν στην Αργολική Ακτή, και απ' όσους ζούσαν πέρα από τον ισθμό οι Μεγαρείς. Ο Πτολεμαίος συμμάχησε με τους Αχαιούς. Οι Λακεδαιμόνιοι και ο βασιλιάς Άγις, γιος του Ευδαμίδα, πήραν με επιδρομή την Πελλήνη. Όταν ήρθε ο Άρατος με στρατό, συγκρούστηκαν και ηττήθηκαν· εγκατέλειψαν τότε την Πελλήνη και γύρισαν στην πατρίδα τους μετά από υπογραφή συνθήκης. 

[6] Ενώ τα πράγματα εξελίσσονταν καλά στην Πελοπόννησο, ο Άρατος, σκέφτηκε ότι είναι άσχημο ν'αδιαφορήσει για τον Πειραιά, τη Μουνυχία και ακόμη για τη Σαλαμίνα και το Σούνιο, που κατείχαν οι Μακεδόνες. Επειδή όμως ήξερε ότι δεν μπορούσε να τα καταλάβει με τη βία, πείθει τον αρχηγό της φρουράς Διογένη με εκατόν πενήντα τάλαντα να φύγει από τα μέρη αυτά· έδωσε μάλιστα και ο ίδιος το ένα έκτο, συμβάλλοντας στην πληρωμή της αμοιβής μαζί με τους Αθηναίους. Έπεισε τον Αριστόμαχο, τύραννο του Άργους, να εγκαθιδρύσει δημοκρατία στο Άργος και να προσχωρήσει στην Αχαϊκή συμπολιτεία. Κατέλαβε ακόμη και τη Μαντινεία, που κατείχαν οι Λακεδαιμόνιοι. Αλλά δεν εξελίσσονται όλα σύμφωνα με την ανθρώπινη επιθυμία. Έτσι και ο Άρατος βρέθηκε στην ανάγκη να γίνει σύμμαχος των Μακεδόνων και του Αντιγόνου. Αυτό έγινε με τον ακόλουθο τρόπο.

Άποψη της Κορίνθου, G. A. Bluet, 1831

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

[1] Όταν ανέλαβε τη βασιλεία της Σπάρτης ο Κλεομένης, γιος του Λεωνίδα και εγγονός του Κλεωνύμου, μιμήθηκε τον Παυσανία, επιθυμούσε δηλαδή την τυραννία, δυσανασχετούσε με τους υπάρχοντες νόμους και έψαχνε ευκαιρία για να επιβάλει την τυραννία. Επειδή όμως είχε πιο ορμητικό χαρακτήρα από τον Παυσανία και δεν δίσταζε να ριψοκινδυνέψει τη ζωή του, με την τόλμη και την ικανότητά του κατάφερε να υλοποιήσει τον στόχο του πολύ γρήγορα. Δολοφόνησε με δηλητήριο τον Ευρυδαμίδα, τον ανήλικο βασιλιά της άλλης οικογένειας και διά μέσου των εφόρων μεταβίβασε την εξουσία στον αδελφό του Επικλείδα και καταλύοντας τη δύναμη της γερουσίας διόρισε στη θέση αυτών τους λεγόμενους πατρονόμους. Επιθυμώντας να πραγματοποιήσει μεγαλύτερα σχέδια και να γίνει κύριος των Ελλήνων, επιτέθηκε πρώτα στους Αχαιούς με την ελπίδα, αν τους νικούσε, να γίνουν σύμμαχοί του, αλλά κυρίως επειδή δεν ήθελε να σταθούν εμπόδιο στα σχέδιά του. 

[2] Τους νίκησε στη Δύμη, πέρα από την Πάτρα, όταν επικεφαλής των Αχαιών ήταν ο Άρατος. Αυτό ανάγκασε τον Άρατο, που φοβήθηκε για τους Αχαιούς και τη Σικυώνα, να ζητήσει βοήθεια από τον Αντίγονο. Ο Κλεομένης, που είχε παραβιάσει τη συνθήκη ειρήνης με τον Αντίγονο, είχε κάνει και άλλες φανερές παρασπονδίες, μεταξύ των οποίων και την καταστροφή της Μεγαλόπολης· έτσι ο Αντίγονος ήρθε στην Πελοπόννησο και οι Αχαιοί συγκρούστηκαν με τον Κλεομένη στη Σελλασία. Μετά τη νίκη των Αχαιών, η Σελλασία υποδουλώθηκε και η ίδια η Λακεδαίμονα υποτάχτηκε. Ο Αντίγονος και οι Αχαιοί έφεραν στους Λακεδαιμονίους το πολίτευμα των πατέρων τους. 

[3] Από τα παιδιά του Λεωνίδα ο Επικλείδας είχε σκοτωθεί στη μάχη, ενώ ο Κλεομένης είχε καταφύγει στην Αίγυπτο και ο Πτολεμαίος στην αρχή τον δέχτηκε με τιμές, αλλά σύντομα τον φυλάκισε, επειδή καταδικάστηκε ότι ξεσήκωνε τους Αιγυπτίους εναντίον του βασιλιά. Δραπέτευσε όμως από τη φυλακή, προξενώντας αναστάτωση στην Αλεξάνδρεια. Όταν τελικά τον συνέλαβαν, αυτοκτόνησε. Οι Λακεδαιμόνιοι ήταν ικανοποιημένοι που απαλλάχτηκαν από τον Κλεομένη και αποφάσισαν να μην έχουν πια βασιλιά· όσον αφορά όμως στα υπόλοιπα το πολίτευμά τους εκείνο έμεινε το ίδιο ως τις μέρες μας. Ο Αντίγονος θέλησε να διατηρήσει καλές σχέσεις με τον Άρατο, τον ευεργέτη του και συνεργάτη του σε λαμπρά έργα. 

[4] Μόλις πήρε την εξουσία ο Φίλιππος —επειδή ο Άρατος δεν επαινούσε τη σκληρότητά του απέναντι στους υπηκόους του και εμπόδιζε τα σχέδιά του— εξαιτίας αυτών σκότωσε τον Άρατο, που δεν είχε αντιληφθεί τίποτε, δίνοντας του δηλητήριο. Τον έφεραν λοιπόν από το Αίγιο —όπου τον βρήκε το αναπόφευκτο— και τον έθαψαν στη Σικυώνα. Το ηρώο του ονομάζεται ακόμα Αράτειο. Ο Φίλιππος επιφύλαξε τα ίδια στους Αθηναίους Ευρυκλείδη και Μίκωνα· κι αυτούς, που ήταν ρήτορες και απολάμβαναν την εμπιστοσύνη του δήμου, τους δηλητηρίασε. 

[5] Το ανδροκτόνο δηλητήριο, όμως, έμελλε να είναι η συμφορά και για τον ίδιο τον Φίλιππο, αφού τον γιο του Δημήτριο τον δηλητηρίασε ο Περσέας, ο νεότερος από τα παιδιά του Φιλίππου. Εξαιτίας αυτού του φόνου ο πατέρας τους αρρώστησε και πέθανε. Τα είπα όλα αυτά, γιατί θυμήθηκα τον εμπνευσμένο από τον θεό στίχο του Ησιόδου, ότι αυτός που επιβουλεύεται αδικίες για άλλον τις στρέφει πρώτα εναντίον του εαυτού του. 

[6] Μετά το ηρώο του Αράτου υπάρχει βωμός στον Ίσθμιο Ποσειδώνα, καθώς επίσης ο Μειλίχιος Δίας και η επονομαζόμενη Πατρώα Άρτεμη, έργα κατασκευασμένα άτεχνα· ο Μειλίχιος μοιάζει με πυραμίδα και η Άρτεμη με κίονα. Εδώ έχουν χτίσει και το βουλευτήριο και στοά, η ονομαζόμενη Κλεισθένεια, από το όνομα αυτού που την έχτισε. Ο Κλεισθένης την έφτιαξε από τα λάφυρα του πολέμου που έκανε εναντίον της Κίρρας συμμαχώντας με τους Αμφικτύονες. Σε υπαίθριο χώρο της αγοράς βρίσκεται χάλκινος Δίας, έργο του Λυσίππου, και δίπλα του επίχρυση Άρτεμη. 

[7] Εκεί κοντά υπάρχει ιερό του Λυκίου Απόλλωνα, ερειπωμένο πια, που ελάχιστα αξίζει να το δει κανείς. Κάποτε επειδή ορμούσαν στα κοπάδια λύκοι και δεν άφηναν πια κανένα κέρδος στους κτηνοτρόφους, ο θεός τους αποκάλυψε κάποιο τόπο όπου βρίσκονταν ένα ξερό κομμάτι ξύλου και έδωσε χρησμό να βάλουν εκεί κρέας ανακατεμένο με τον φλοιό αυτού του ξύλου για τα θηρία. Οι λύκοι πέθαιναν από τον φλοιό, μόλις τον δοκίμαζαν. Ο κορμός έμεινε στο ιερό του Λυκίου, αλλά ούτε οι εξηγητές των Σικυωνίων δεν γνώριζαν τι δέντρο ήταν αυτό. 

[8] Μετά απ' αυτό υπάρχουν χάλκινες εικόνες. Λένε ότι είναι οι κόρες του Προίτου, αλλά το επίγραμμα αναφέρεται σε άλλες γυναίκες. Εκεί είναι κι ένας χάλκινος Ηρακλής. Είναι έργο του Λυσίππου από τη Σικυώνα. Δίπλα του στέκεται ο Αγοραίος Ερμής.

Κόρινθος, 1850

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10


1] Στο γυμνάσιο που είναι κοντά στην αγορά είναι αφιερωμένος λίθινος Ηρακλής, έργο του Σκόπα. Σε άλλο σημείο υπάρχει και ιερό του Ηρακλή. Ονομάζουν όλο τον περίβολο εδώ Παιδιζή· στο κέντρο του περίβολου υπάρχει το ιερό και μέσα σ' αυτό ξόανο αρχαίο, έργο του Φλιασίου Λαφάη. Οι θυσίες πιστεύουν ότι τελούνται με την ακόλουθη διαδικασία. Λένε ότι, όταν ο Φαίστος ήρθε στη Σικυωνία, βρήκε τους ντόπιους να τιμούν τον Ηρακλή ως ήρωα. Αρνήθηκε ο Φαίστος να κάνει το ίδιο, αλλά θυσίασε σαν σε θεό. Και μέχρι σήμερα οι Σικυώνιοι σφάζουν αρνιά και καίνε τους μηρούς τους στον βωμό· από το υπόλοιπο τρώνε ένα κομμάτι, όπως κάνουν με τα ιερά σφάγια, και ένα άλλο το αφιερώνουν όπως αρμόζει σε ήρωα. Η πρώτη μέρα της γιορτής του Ηρακλή ονομάζεται Ολύμπια και η δεύτερη λέγεται Ηράκλεια. 

[2] Από εδώ υπάρχει δρόμος που οδηγεί στο ιερό του Ασκληπιού. Μπαίνοντας στον περίβολο, στ' αριστερά βρίσκεις οίκημα με δύο αίθουσες. Στην πρώτη υπάρχει άγαλμα του Ύπνου, από το οποίο δεν σώζεται πια τίποτε, παρά μόνο το κεφάλι. Η εσωτερική είναι αφιερωμένη στον Κάρνειο Απόλλωνα και μόνον στους ιερείς επιτρέπεται η είσοδος. Στη στοά υπάρχει κόκαλο τεράστιου θαλάσσιου κήτους και μετά απ' αυτό άγαλμα του Ονείρου και του Ύπνου του επονομαζόμενου Επιδώτη που παριστάνεται να κοιμίζει λιοντάρι. Μπαίνοντας στο Ασκληπιείο, βλέπεις στην είσοδο από τη μία πλευρά άγαλμα του Πάνα που κάθεται και από την άλλη της Άρτεμης που στέκεται όρθια. 

[3] Μέσα βρίσκεται ο θεός χωρίς γενιά, φτιαγμένος από χρυσό και ελεφαντόδοντο, έργο του Κάλαμη. Στο ένα χέρι κρατάει σκήπτρο και στο άλλο καρπό ήμερου πεύκου. Λένε ότι μετέφεραν τον θεό από την Επίδαυρο με μορφή δράκοντα σε δύο μουλάρια. Τον έφερε η Νικαγόρα η Σικυώνια, η μητέρα του Αγασικλή και γυναίκα του Εχετίμου. Εδώ υπάρχουν αγάλματα μικρά, κρεμασμένα από την οροφή. Πάνω στο φίδι λένε πως βρίσκεται η Αριστοδάμα, η μητέρα του Αράτου, και πιστεύουν ότι ο Άρατος είναι γιος του Ασκληπιού. 

[4] Αυτά είναι τα αξιομνημόνευτα έργα του περίβολου. [Εκτός] απ' αυτόν υπάρχει και άλλος αφιερωμένος στην Αφροδίτη. Σ' αυτόν το πρώτο άγαλμα είναι της Αντιόπης. Υποστηρίζουν ότι οι γιοι της είναι Σικυώνιοι και εξαιτίας εκείνων θέλουν να εξασφαλίσουν και συγγένεια με την ίδια την Αντιόπη. Μετά απ' αυτό είναι το ιερό της Αφροδίτης, στο οποίο επιτρέπεται η είσοδος μόνο σε μία γυναίκα νεωκόρο, που δεν επιτρέπεται να ζευγαρώσει με άνδρα, και σε μία παρθένα που είναι ιέρεια για ένα χρόνο και την οποία ονομάζουν λουτροφόρο. Στους άλλους επιτρέπεται να κοιτάζουν τη θεά από την είσοδο και από κει να προσεύχονται. 

[5] Το άγαλμα που παριστάνει τη θεά καθιστή είναι έργο του Κανάχου του Σικυωνίου, που έχει φιλοτεχνήσει και για τους Μιλησίους τον Απόλλωνα στα Δίδυμα και για τους Θηβαίους τον Ισμήνιο Απόλλωνα. Το άγαλμα είναι φτιαγμένο από χρυσό και ελεφαντόδοντο και στο κεφάλι της φέρει πόλο, ενώ κρατάει στο ένα χέρι μήκωνα και στο άλλο μήλο. Θυσιάζουν μηρούς απ' όλα τα ζώα, εκτός απ' τα γουρούνια. Ο καθαγιασμός των άλλων γίνεται με ξύλα κέδρου. Καθώς καίγονται οι μηροί, βάζουν μαζί φύλλο του παιδέρωτα. 

[6] Στον ανοιχτό χώρο του περίβολου υπάρχει το ποώδες φυτό παιδέρωτας, που δεν φυτρώνει πουθενά αλλού στη γη ούτε σε άλλο μέρος της Σικυώνας. Τα φύλλα του είναι μικρότερα από της οξιάς και μεγαλύτερα από του πουρναριού. Έχουν σχήμα όμοιο με της βελανιδιάς και είναι από τη μια μεριά σκουρόχρωμα κι από την άλλη ανοιχτόχρωμα. Θα τα παρομοίαζε κανείς στο χρώμα με αυτά της λεύκας. 

[7] Ανεβαίνοντας από εδώ προς το γυμνάσιο, βρίσκει κανείς στα δεξιά το ιερό της Φεραίας Άρτεμης. Λένε πως το ξόανο μεταφέρθηκε εδώ από τις Φερές. Το γυμνάσιο λένε πως χτίστηκε από τον Κλεινία· ακόμη και σήμερα προπονούν εδώ τους εφήβους. Υπάρχει και εικόνα της Άρτεμης κατασκευασμένη μόνο μέχρι τη μέση και του Ηρακλή που το κάτω τμήμα της είναι φτιαγμένο, όπως οι τετράγωνοι Ερμές.


Κόρινθος και Ακροκόρινθος

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11


[1] Αν από εδώ κατευθυνθεί κανείς προς την ονομαζόμενη Ιερή πύλη, θα δει κοντά στην πύλη ναό της Αθηνάς, που αφιέρωσε κάποτε ο Επωπέας και που ξεπερνά στο μέγεθος και στον διάκοσμο τους υπόλοιπους της εποχής εκείνης. Με το πέρασμα του χρόνου όμως αφανίστηκε από τη μνήμη μας· ο θεός το έκαψε με κεραυνό και μόνο ο παλιός βωμός γλίτωσε —γιατί δεν έπεσε πάνω του ο κεραυνός— μένει ως σήμερα όπως τον είχε φτιάξει ο Επωπέας. Μπροστά στον βωμό είναι σωρός χώματος, που αποτελεί μνήμα του Επωπέα. Κοντά στον τάφο υπάρχουν οι Αποτρόπαιοι θεοί. Σ' αυτούς προσφέρουν θυσίες οι Έλληνες, γιατί πιστεύουν ότι αποτρέπουν τις συμφορές. Λένε ότι έργο του Επωπέα είναι και το γειτονικό ιερό της Άρτεμης και του Απόλλωνα, ενώ για της Ήρας, που βρίσκεται μετά απ' αυτό, λένε ότι το έφτιαξε ο Άδραστος. Σε κανένα από τα δύο δεν σώθηκαν αγάλματα. Πίσω από το Ηραίο κατασκεύασε βωμούς για τον Πάνα και από λευκό μάρμαρο για τον Ήλιο. 

[2] Κατεβαίνοντας προς την πεδιάδα συναντάς ιερό της Δήμητρας. Λένε ότι το έχτισε ο Πλημναίος, για να ευχαριστήσει τη θεά που ανέθρεψε τον γιο του. Λίγο πιο πέρα από το ιερό της Ήρας, που έφτιαξε ο Άδραστος, βλέπεις ναό του Καρνείου Απόλλωνα. Έχουν απομείνει μονάχα οι κίονες· ούτε τοίχους ούτε οροφή θα βρεις εδώ αλλά ούτε και στης Προδρομίας Ήρας. Αυτός μάλιστα χτίστηκε από τον Φάλκη, τον γιο του Τημένου, επειδή, καθώς έλεγε, η Ήρα τον καθοδήγησε στον δρόμο για τη Σικυώνα. 

[3] Από τη Σικυώνα αν πάρεις κατευθείαν τον δρόμο προς τον Φλιούντα και στρίψεις αριστερά σε απόσταση δέκα σταδίων, θα βρεθείς στο άλσος που λέγεται Πυραία, μέσα στο οποίο υπάρχει ναός της Προστασίας Δήμητρας και της Κόρης. Εδώ οι άνδρες κάνουν μόνοι τους γιορτή. Στις γυναίκες έχουν παραχωρήσει τον λεγόμενο Νυμφώνα, για να γιορτάζουν κι αυτές. Στον Νυμφώνα υπάρχουν αγάλματα του Διονύσου, της Δήμητρας και της Κόρης, που φαίνονται τα πρόσωπά τους. 

[4] Ο δρόμος προς την Τιτάνη έχει μήκος εξήντα στάδια και είναι άβατος για άμαξες με δύο ζώα επειδή είναι στενός. Προχωρώντας, όπως νομίζω, είκοσι στάδια μετά τη διάβαση του Ασωπού και στην αριστερή πλευρά, θα βρεις άλσος με πουρνάρια και ναό των θεών, που οι Αθηναίοι ονομάζουν Σεμνές, ενώ οι Σικυώνιοι Ευμενίδες. Μία μέρα κάθε χρόνο κάνουν προς τιμήν τους γιορτή θυσιάζοντας έγκυες προβατίνες και κάνοντας σπονδές με μείγμα από μέλι και νερό και έχοντας λουλούδια αντί για στεφάνια. Περίπου την ίδια τελετή κάνουν και στον βωμό των Μοιρών, που βρίσκεται σε ανοιχτό χώρο του άλσους. 

[5] Επιστρέφοντας στον δρόμο και διαβαίνοντας πάλι τον Ασωπό, φτάνεις στην κορυφή βουνού. Εκεί, όπως λένε οι ντόπιοι, εγκαταστάθηκε πρώτα ο Τιτάνας, ο αδελφός του Ήλιου, κι απ' αυτόν πήρε η περιοχή το όνομα Τιτάνη. Πιστεύω ότι ο Τιτάνας ήταν πολύ ικανός στο να παρατηρεί τις εποχές του έτους και το πότε ο ήλιος αυξάνει τους σπόρους και ωριμάζει τους καρπούς· γι' αυτό θεωρήθηκε αδελφός του Ήλιου. Αργότερα ο Αλεξάνορας, γιος του Μαχάονα και εγγονός του Ασκληπιού, ήρθε στην Τιτάνη της Σικυωνίας και έχτισε το Ασκληπιείο. 

[6] Οι περισσότεροι απ' όσους κατοικούν γύρω είναι ιερείς του θεού. Μέσα στον περίβολο υπάρχουν παλιά δέντρα. Δεν μπορεί να μάθει κανείς με τι ξύλο ή μέταλλο έχουν φτιάξει το άγαλμα του θεού ούτε γνωρίζουν τον δημιουργό του, εκτός και αν πιστέψει κανείς ότι είναι έργο του ίδιου του Αλεξάνορα. Από το άγαλμα φαίνονται μόνο το πρόσωπο και οι άκρες χεριών και ποδιών, γιατί είναι σκεπασμένο με άσπρο μάλλινο χιτώνα και ιμάτιο. Το ίδιο συμβαίνει και με το άγαλμα της Υγείας. Ούτε αυτό μπορείς να δεις εύκολα, γιατί το καλύπτουν μαλλιά γυναικών, κομμένα για προσφορά στη θεά και ζώνες Βαβυλωνιακής εσθήτας. Όποιον θεό κι αν θελήσει να επικαλεστεί κανείς απ' όσους βρίσκονται εδώ, τον προτρέπουν να προσευχηθεί σ' αυτό που ονομάζουν Υγεία. 

[7] Υπάρχουν και αγάλματα του Αλεξάνορα και του Ευαμερίωνα. Τον πρώτο τιμούν με εναγισμούς μετά τη δύση του ηλίου ως ήρωα και στον Ευαμερίωνα θυσιάζουν όπως σε θεό. Αν το συμπέρασμα μου είναι σωστό, τότε αυτόν τον Ευαμερίωνα οι κάτοικοι της Περγάμου τον ονομάζουν Τελεσφόρο, σύμφωνα με κάποιο χρησμό, και οι Επιδαύριοι τον λένε Άκεση. Εδώ υπάρχει και ξόανο της Κορωνίδας, δεν βρίσκεται όμως μέσα στον ναό. Όταν θυσιάζουν στον θεό ταύρο, αρνί και χοίρο, μεταφέρουν την Κορωνίδα στον ναό της Αθηνάς και εκεί την τιμούν. Κάθε φορά που καθαγιάζουν σφάγια, δεν αρκούνται να κόψουν τους μηρούς. Τα καίνε μάλιστα στο χώμα, εκτός απ' τα πουλιά, τα οποία καίνε πάνω στον βωμό. 

[8] Στο αέτωμα είναι ο Ηρακλής και στις άκρες Νίκες. Στη στοά έχουν αφιερωθεί αγάλματα του Διονύσου, της Εκάτης, της Αφροδίτης, της Μητέρας των θεών και της Τύχης. Όλα είναι ξόανα, ενώ ο Ασκληπιός ο επονομαζόμενος Γορτύνιος είναι από μάρμαρο. Από φόβο δεν θέλουν να μπαίνουν στον τόπο με τα ιερά φίδια. Ρίχνουν τροφή στην είσοδο και δεν ασχολούνται περισσότερο μ' αυτά. Μέσα στον περίβολο υπάρχει χάλκινος ανδριάντας κάποιου Γρανιανού από τη Σικυώνα, που νίκησε στους Ολυμπιακούς δύο φορές στο πένταθλο και μια τρίτη στο στάδιο, νίκησε και δύο φορές στο δίαυλο τρέχοντας και γυμνός και κρατώντας ασπίδα.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

[1] Στην Τιτάνη υπάρχει και ιερό της Αθηνάς, στο οποίο μεταφέρουν την Κορωνίδα. Σ' αυτό υπάρχει αρχαίο ξόανο της Αθηνάς. Λένε ότι κι αυτός ο ναός χτυπήθηκε από κεραυνό. Κατεβαίνοντας από τον λόφο αυτό —γιατί το ιερό είναι χτισμένο πάνω σε λόφο— συναντάς βωμό των ανέμων, όπου ο ιερέας προσφέρει θυσίες στους ανέμους μια νύχτα κάθε χρόνο. Εκτελεί και άλλες μυστικές τελετές σε τέσσερις βόθρους, για να κατευνάσει τους άγριους ανέμους και λένε ότι ψάλλει και τις επωδές της Μήδειας. 

[2] Ερχόμενος από την Τιτάνη στη Σικυώνα και κατε-βαίνοντας στη θάλασσα, στα αριστερά του δρόμου βρίσκεις ναό της Ήρας, που δεν έχει πια άγαλμα και οροφή. Λένε ότι τον αφιέρωσε ο Προίτος, γιος του Άβαντα. Αν κατεβείς στο λεγόμενο λιμάνι των Σικυωνίων και κατευθυνθείς προς τους Αριστοναύτες, το επίνειο των Πελληνέων, βλέπεις στα αριστερά και λίγο πάνω από τον δρόμο ιερό του Ποσειδώνα και προχωρώντας προς τη λεωφόρο συναντάς τον λεγόμενο ποταμό Ελισσώνα και μετά από αυτόν τον Σύθα, που εκβάλλουν στη θάλασσα. 

[3] Η Φλιασία συνορεύει με τη Σικυωνία. Η πόλη απέχει από την Τιτάνη γύρω στα σαράντα στάδια. Υπάρχει όμως από τη Σικυώνα δρόμος που οδηγεί σ' αυτή κατευθείαν. Οι Φλιάσιοι δεν σχετίζονται με τους Αρκάδες, όπως αναφέρεται και στον κατάλογο των Αρκάδων στο ποίημα του Ομήρου, όπου δεν συγκαταλέγονται κι αυτοί με τους Αρκάδες. Ότι αρχικά ήταν Αργείοι, αλλά έγιναν Δωριείς αργότερα, όταν κατέβηκαν στην Πελοπόννησο οι Ηρακλείδες, θα φανεί απ' όσα θα πω παρακάτω. Γνωρίζω ότι λέγονται πολλές και διάφορες ιστορίες για τους Φλιασίους, αλλά θ' αναφέρω μόνον αυτές για τις οποίες συμφωνούν περισσότερο. 

[4] Λένε ότι ο πρώτος κάτοικος της χώρας αυτής λεγόταν Άρας. Ίδρυσε μια πόλη στον λόφο που ακόμα και σήμερα λέγεται Αραντίνος και δεν απέχει πολύ από τον άλλο λόφο, όπου υπάρχει η ακρόπολη των Φλιασίων και το ιερό της Ήβης. Εδώ, λοιπόν, έχτισε πόλη και απ' αυτόν στ' αρχαία χρόνια η χώρα και η πόλη ονομάστηκαν Αραντία. Την εποχή της βασιλείας του, ο Ασωπός, που νομιζόταν γιος του Ποσειδώνα και της Κηλούσας, ανακάλυψε τα νερά του ποταμού, που οι σύγχρονοι τον ονομάζουν Ασωπό από το όνομα αυτού που τον βρήκε. Το μνήμα του Άραντα βρίσκεται στις Κελεές, όπου είναι θαμμένος, καθώς λένε, ο Δυσαύλης από την Ελευσίνα. 

[5] Γιος του Αραντα ήταν ο Άορις και κόρη του η Αραιθυρέα. Οι Φλιάσιοι λένε πως τα παιδιά του ήταν πολύ άξια στο κυνήγι και πολύ γενναία στον πόλεμο. Όταν πέθανε η Αραιθυρέα, στη μνήμη της αδελφής του ο Άορις μετονόμασε τη χώρα σε Αραιθυρέα. Γι' αυτό τον λόγο ο Όμηρος στον κατάλογο των υπηκόων του Αγαμέμνονα, γράφει τον εξής στίχο:

Ζούσαν στις Ορνειές και στην ποθητή Αραιθυρέα.

Νομίζω ότι οι τάφοι των παιδιών του Άραντα δεν βρίσκονται σε άλλο μέρος, αλλά πάνω στον Αραντίνο λόφο. Και έχουν στήσει στήλες, που φαίνονται από παντού. Πριν από την τελετή που διεξάγουν για τη Δήμητρα, κοιτώντας τα μνήματα επικαλούνται τον Άραντα και τα παιδιά του. 

[6] Ότι ο Φλίαντας, που για τρίτη φορά έδωσε στη χώρα το όνομά του, ήταν σύμφωνα με τους μύθους των Αργείων γιος του Κείσου, γιου του Τημένου, εγώ κατ' αρχήν διαφωνώ. Ξέρω ότι τον θεωρούσαν γιο του Διονύσου και ότι, σύμφωνα με όσα λένε, ήταν ένας απ' αυτούς που πήραν μέρος στο ταξίδι της Αργώς· το επιβεβαιώνει και ο παρακάτω στίχος του Ροδίου ποιητή:

Ο Φλίας ήρθε μετά απ' αυτούς από την Αραιθυρέα,
όπου ζούσε μέσα σε πλούτη χάρη στον Διόνυσο,
τον πατέρα του, κοντά στις πηγές του Ασωπού.

Μητέρα του Φλίαντα ήταν η Αραιθυρέα και όχι η Χθονοφύλη. Αυτή ήταν σύζυγος του, από την οποία απέκτησε τον Ανδροδάμα.

Η Κόρινθος από τη θάλασσα, Ludwig Salvator, 1874


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13

[1] Όταν κατέβηκαν οι Ηρακλείδες, αναστατώθηκε ολόκληρη η Πελοπόννησος εκτός από την Αρκαδία, γιατί πολλές πόλεις δέχτηκαν Δωριείς κατοίκους, ενώ στις περισσότερες έγιναν ριζικές μεταβολές στους κατοίκους. Τα σχετικά με τον Φλιούντα είναι τα εξής. Ο Δωριέας Ρηγνίδας, γιος του Φάλκη και εγγονός του Τημένου, επιτέθηκε στον Φλιούντα από τη Σικυωνία και από το Άργος. Μερικοί Φλιάσιοι αποδέχτηκαν τους όρους του Ρηγνίδα, δηλαδή οι ίδιοι να μείνουν σ' όσα κατείχαν, να δεχτούν τον Ρηγνίδα για βασιλιά και να μοιραστούν τη γη τους με τους Δωριείς που τον ακολουθούσαν. 

[2] Τότε, όμως, ο Ίππασος και οι υποστηρικτές του παρακινούσαν τους κατοίκους ν'αμυνθούν, και να μην παραχωρήσουν χωρίς αντίσταση τόσα πολλά και χρήσιμα στους Δωριείς. Ο λαός, όμως, αντιτάχθηκε στη γνώμη του και ο Ίππασος μαζί με όσους ήθελαν έφυγε για τη Σάμο. Τρισέγγονος αυτού του Ιππάσου ήταν ο Πυθαγόρας, που λένε ότι έγινε σοφός· γιατί ο Πυθαγόρας ήταν γιος του Μνησάρχου, γιου του Εύφρονα, γιου του Ιππάσου. Αυτά λένε λοιπόν οι Φλιάσιοι. Με τα περισσότερα συμφωνούν και οι Σικυώνιοι. 

[3] Θ' αναφερθώ επιπλέον και στα σημαντικότερα αξιοθέατα. Στην ακρόπολη των Φλιασίων συναντά κανείς άλσος από κυπαρίσσια και ιερό αγιότατο από παλιά. Τη θεά, στην οποία ανήκει το ιερό, οι παλιοί Φλιάσιοι τη λένε Γανυμήδα, αλλά οι κατοπινοί Ήβη. Ο Όμηρος τη μνημονεύει στη μονομαχία του Μενελάου με τον Αλέξανδρο, λέγοντας ότι είναι οινοχόος των θεών και πάλι στην κάθοδο του Οδυσσέα στον Άδη, λέγοντας πως ήταν γυναίκα του Ηρακλή. Ο Ωλήνας στον ύμνο προς την Ήρα αναφέρει ότι η Ήρα είχε ανατραφεί από τις Ώρες και ότι γέννησε τον Άρη και την Ήβη. 

[4] Κι άλλες τιμές προσφέρουν οι Φλιάσιοι στη θεά, αλλά η μεγαλύτερη είναι ότι εδώ δίνουν άσυλο στους ικέτες. Όταν οι φυλακισμένοι ελευθερώνονται, αφιερώνουν τα δεσμά τους στα δέντρα του άλσους. Έχουν καθιερώσει και ετήσια γιορτή, που τη λένε Κισσοτόμους. Δεν έχουν ούτε ένα άγαλμα σε κρυφό μέρος ούτε όμως και σε φανερό, για το οποίο υπάρχει ιερός λόγος. Βγαίνοντας έξω βλέπεις στα αριστερά ναό της Ήρας, που έχει άγαλμα φτιαγμένο από Πάριο μάρμαρο. 

[5] Στην ακρόπολη υπάρχει κι άλλος περίβολος αφιερωμένος στη Δήμητρα και μέσα σ' αυτόν ναός και άγαλμα της Δήμητρας και της κόρης της. Το άγαλμα της Άρτεμης —γιατί υπάρχει εκεί χάλκινο άγαλμα της θεάς— μου φαίνεται πολύ παλιό. Κατεβαίνοντας από την ακρόπολη βλέπεις στα δεξιά ναό του Ασκληπιού και άγαλμα του θεού που δεν έχει γένια. Κάτω από τον ναό αυτό υπάρχει θέατρο κι εκεί κοντά ιερό της Δήμητρας με παλιά καθιστά αγάλματα. 

[6] Στην αγορά έχουν αφιερώσει χάλκινη κατσίκα [αίγα], επιχρυσωμένη στα περισσότερα μέρη. Οι Φλιάσιοι την τιμούν, επειδή, όταν ανατέλλει ο λεγόμενος αστερισμός της Αιγός, αμέσως καταστρέφονται τ' αμπέλια τους. Για να μην προξενήσει αυτή καμία καταστροφή, τιμούν την χάλκινη κατσίκα και με άλλες τιμές και στολίζοντας το άγαλμά της με χρυσό. Εδώ υπάρχει και το μνήμα του Αριστία, γιου του Πρατίνα. Τα σατυρικά δράματα του Αριστία και του πατέρα του Πρατίνα είναι τα καλύτερα, αν εξαιρέσει κανείς αυτά του Αισχύλου. 

[7] Πίσω από την αγορά υπάρχει οίκημα, που οι Φλιάσιοι το ονομάζουν μαντικό. Εκεί όταν ήρθε και διανυκτέρευσε ο Αμφιάραος, άρχισε να δίνει μαντείες για πρώτη φορά, όπως υποστηρίζουν οι Φλιάσιοι· σύμφωνα μ' αυτούς ο Αμφιάραος μέχρι τότε ήταν κοινός άνθρωπος και όχι μάντης. Από τότε σφράγισαν το σπίτι για πάντα. Εδώ κοντά είναι κι ο λεγόμενος Ομφαλός, το κέντρο όλης της Πελοποννήσου, αν βέβαια όσα λένε είναι αληθινά. Μετά τον Ομφαλό υπάρχει ένα παλιό ιερό του Διονύσου, ένα του Απόλλωνα κι ένα της Ίσιδας. Το άγαλμα του Διονύσου είναι σε κοινή θέα, όπως και του Απόλλωνα. Της Ίσιδας, όμως, μπορούν να το δουν μόνο οι ιερείς. 

[8] Οι Φλιάσιοι λένε σχετικά τα εξής. Όταν ο Ηρακλής γύρισε σώος από τη Λιβύη φέρνοντας τα λεγόμενα μήλα των Εσπερίδων, πέρασε κι από τον Φλιούντα για κάποιο προσωπικό λόγο. Όσο έμεινε εκεί, ήρθε σ'αυτόν ο Οινέας από την Αιτωλία. Είχε γίνει από πριν συγγενής με τον Ηρακλή και, όταν έφτασε εκεί, πρόσφερε φιλοξενία στον Ηρακλή ή αυτός φιλοξενήθηκε από κείνον. Επειδή ο νεαρός οινοχόος του Οινέα, ο Κύαθος, του πρόσφερε να πιει κάτι που δεν του άρεσε, ο ήρωας τον χτύπησε στο κεφάλι μ' ένα δάχτυλο του και αυτός πέθανε αμέσως. Οι Φλιάσιοι έχτισαν ένα οικοδόμημα στη μνήμη του κοντά στο ιερό του Απόλλωνα, όπου υπάρχουν και μαρμάρινα αγάλματα του Κυάθου να προσφέρει στον Ηρακλή κύλικα.


Διώρυγα Κορίνθου, Εγκαίνια, 1893

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14


[1] Οι Κελεές απέχουν περίπου πέντε στάδια από την πόλη. Εκεί τα μυστήρια της Δήμητρας τελούνται κάθε τέσσερα χρόνια, και όχι κάθε χρόνο. Ο ιεροφάντης δεν αναλαμβάνει αυτό το καθήκον ισοβίως, αλλά εκλέγεται διαφορετικός για κάθε τελετή, που μπορεί και να νυμφευτεί, αν θέλει. Πιστεύουν ότι αυτά τα μυστήρια διαφέρουν από της Ελευσίνας, αλλά η τελετή είναι απομίμηση εκείνης. Και οι ίδιοι οι Φλιάσιοι μιμούνται τα δρώμενα στην Ελευσίνα. 

[2] Λένε πως η τελετή καθιερώθηκε από τον Δυσαύλη, τον αδελφό του Κελεού, όταν έφτασε στη χώρα τους διωγμένος από την Ελευσίνα από τον Ίωνα, όταν ο Ίωνας, γιος του Ξούθου, εκλέχτηκε τότε αρχηγός των Αθηναίων στον πόλεμο κατά της Ελευσίνας. Δεν μπορώ να συμφωνήσω σ' αυτό με τους Φλιασίους, ότι δηλαδή ένας Ελευσίνιος αναγκάστηκε να εξοριστεί, επειδή νικήθηκε σε μάχη, γιατί ο πόλεμος σταμάτησε με υπογραφή συνθήκης, προτού τελειώσει, και ο ίδιος ο Εύμολπος κατάφερε να μείνει στην Ελευσίνα. 

[3] Άρα ο Δυσαύλης έφτασε εδώ για κάποιον άλλο λόγο, και όχι γι' αυτόν που υποστηρίζουν οι Φλιάσιοι. Κατά τη γνώμη μου, δεν ήταν ούτε συγγενής του Κελεού ούτε κάποιος από τους επιφανείς Ελευσίνιους, γιατί διαφορετικά δεν θα τον παρέλειπε ο Όμηρος. Ο Όμηρος έγραψε ποίημα και για τη Δήμητρα, στο οποίο αναφέρει κατάλογο όλων όσων διδάχτηκαν από τη θεά τα μυστήρια και δεν αναφέρει πουθενά τον Ελευσίνιο Δυσαύλη. Οι στίχοι λένε τα εξής:

Δίδαξε στον Τριπτόλεμο, στον Διοκλή τον ιππέα,
στον γενναίο Εύμολπο και στον άρχοντα των λαών Κελεό
τον τρόπο διεξαγωγής των ιερών και εξήγησε σ' όλους τα μυστήρια.

[4] Αυτός λοιπόν ο Δυσαύλης, όπως λένε οι Φλιάσιοι, καθιέρωσε εδώ την τελετή κι αυτός έδωσε στην περιοχή το όνομα Κελεές. Όπως έχω αναφέρει, εδώ υπάρχει μνήμα του Δυσαύλη. Ο Αράντειος τάφος είναι παλαιότερος, γιατί ο Δυσαύλης, κατά τους Φλιασίους, ήρθε αργότερα και όχι κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Άραντα. Λένε οι Φλιάσιοι ότι ο Άρας έζησε στα χρόνια του Προμηθέα, του γιου του Ιαπετού, και ήταν τρεις γενιές αρχαιότερος από τον Πελασγό, τον γιο του Αρκάδα, και από τους λεγόμενους αυτόχθονες στην Αθήνα. Λένε ακόμα ότι στη στέγη του λεγόμενου ανακτόρου ήταν αφιερωμένο το άρμα του Πέλοπα.

Ο Ακροκόρινθος και η πόλη της Κορίνθου, Á. Geyer, 1858

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15

[1] Αυτά ήταν λοιπόν τα πιο ενδιαφέροντα για τους Φλιασίους. Στον δρόμο από την Κόρινθο προς το Άργος βρίσκεται η μικρή πόλη Κλεωνές. Λένε ότι έζησε κάποια Κλεώνη, κόρη του Πέλοπα. Άλλοι, όμως, λένε ότι ήταν μία από τις κόρες του Ασωπού που κυλάει κοντά στη Σικυώνα. Ο τόπος λοιπόν πήρε το όνομά του από μία απ' αυτές. Εδώ υπάρχει ιερό της Αθηνάς, που το άγαλμά της είναι έργο του Σκύλλη και του Διποίνου. Ήταν και οι δύο μαθητές του Δαιδάλου. Μερικοί λένε πως ο Δαίδαλος πήρε για γυναίκα του κάποια από τη Γόρτυνα, από την οποία απέκτησε τον Δίποινο και τον Σκύλλη. Στις Κλεωνές υπάρχει λοιπόν αυτό το ιερό, καθώς και μνήμα του Ευρύτου και του Κτεάτου. Καθώς πήγαιναν ως εκπρόσωποι από την Ήλιδα στους αγώνες των Ισθμίων, τους σκότωσε με το τόξο του ο Ηρακλής με την κατηγορία ότι είχαν ταχθεί εναντίον του στον πόλεμο με τον Αυγεία. 

[2] Υπάρχουν δύο δρόμοι που οδηγούν από τις Κλεωνές στο Άργος. Ο ένας είναι σύντομος και τον χρησιμοποιούν οι πεζοπόροι. Ο άλλος, που περνά από τον λεγόμενο Τρητό, είναι στενός και περιβάλλεται από βουνά, αλλά είναι πιο κατάλληλος για άμαξες. Στα βουνά αυτά δείχνουν μέχρι σήμερα τη σπηλιά του λιονταριού και από τον τόπο αυτό η Νεμέα απέχει μόλις δεκαπέντε στάδια. Σ' αυτή αξίζει να δει κανείς τον ναό του Νεμείου Δία, παρά το γεγονός ότι η στέγη του έχει πια καταρρεύσει και δεν σώθηκε κανένα άγαλμα. Ο ναός περιβάλλεται από άλσος με κυπαρίσσια. Εδώ λένε ότι σκοτώθηκε ο Οφέλτης από το φίδι, όταν τον ακούμπησε στη χλόη η παραμάνα του. 

[3] Οι Αργείοι θυσιάζουν για τον Δία και στη Νεμέα και εκλέγουν ιερέα του Νεμείου Δία. Οργανώνουν μάλιστα και αγώνα δρόμου οπλισμένων ανδρών κατά τη χειμερινή γιορτή των Νεμείων. Εδώ λοιπόν υπάρχει ο τάφος του Οφέλτη, ο οποίος περιβάλλεται από πέτρινο τοίχο και μέσα στον περίβολο υπάρχουν βωμοί. Υπάρχει και τάφος από σωρό χώματος του πατέρα του Οφέλτη, του Λυκούργου. Την πηγή που υπάρχει εκεί τη λένε Αδράστεια, είτε για άλλο λόγο είτε γιατί την ανακάλυψε ο Άδραστος. Λένε πως στη χώρα έδωσε το όνομά της η Νεμέα, κόρη κι αυτή του Ασωπού. Πάνω από τη Νεμέα υψώνεται το βουνό Απέσας, όπου λένε ότι πρώτος ο Περσέας θυσίασε στον Απεσάντιο Δία. 

[4] Ανεβαίνοντας κανείς στον Τρητό και ξαναπαίρνοντας τον δρόμο για το Άργος, θα βρει στ' αριστερά τα ερείπια των Μυκηνών. Οι Έλληνες γνωρίζουν ότι οικιστής των Μυκηνών ήταν ο Περσέας. Εγώ θ'αναφερθώ στην αιτία ίδρυσής τους και στους λόγους για τους οποίους αργότερα οι Αργείοι κατέστρεψαν τις Μυκήνες. Στην περιοχή που σήμερα ονομάζεται Αργολίδα δεν μνημονεύουν τα πριν από τον βασιλιά Ίναχο, που έδωσε το όνομά του στον ποταμό και πρόσφερε θυσίες στην Ήρα. 

[5] Λέγεται ακόμη και το εξής. Πρώτος κάτοικος αυτής της χώρας ήταν ο Φορωνέας και ο Ίναχος, όχι ο άνδρας αλλά ο ποταμός, ήταν ο πατέρας του Φορωνέα. Εκείνος διευθέτησε τη διαφορά του Ποσειδώνα και της Ήρας για την κατοχή της χώρας μαζί με τον Κηφισό, τον Αστερίωνα. Όταν αποφάσισαν ότι η γη ανήκε στην Ήρα, ο Ποσειδώνας στέρεψε τα νερά τους. Γι' αυτό δεν έχουν πια νερό ούτε ο Ίναχος ούτε κανένας άλλος από τους παραπάνω ποταμούς, παρά μονάχα όταν ο θεός ρίχνει βροχή. Όλο το καλοκαίρι οι κοίτες τους ξεραίνονται, εκτός από της Λέρνης. Ο Φορωνέας, γιος του Ινάχου, ήταν ο πρώτος του συγκέντρωσε τους ανθρώπους σε κοινότητα, ενώ μέχρι τότε ζούσαν σποραδικά και απομονωμένοι. Ο τόπος του συγκεντρώθηκαν για πρώτη φορά ονομάστηκε Φορωνικό άστυ.




ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16

[1] Ο Άργος, γιος της κόρης του Φορωνέα, που βασίλεψε μετά τον Φορωνέα, έδωσε στη χώρα το όνομά του. Ο Πείρασος και ο Φόρβας ήταν γιοι του Άργου, γιος του Φόρβαντα ήταν ο Τριόπας και του Τριόπα ο Ίασος και ο Αγήνορας. Κόρη του Ιάσου ήταν η Ιώ που, όπως έγραψε ο Ηρόδοτος και λένε οι Έλληνες, πήγε στην Αίγυπτο. Μετά τον Ίασο βασίλεψε ο Κρότωπος, γιος του Αγήνορα, και γιος του Κροτώπου ήταν ο Σθενέλας. Ο Δαναός, όμως, ήρθε με πλοία από την Αίγυπτο εναντίον του Γελάνορα, γιου του Σθενέλα, και έδιωξε τους απογόνους του Αγήνορα από τη βασιλεία. Όσα ακολούθησαν τα γνωρίζουν όλοι με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή το έγκλημα των θυγατέρων του Δαναού ενάντια στα ξαδέρφια τους και το πώς, όταν πέθανε ο Δαναός, έγινε βασιλιάς ο Λυγκέας. 

[2] Οι γιοι του Άβαντα, γιου του Λυγκέα, διαίρεσαν το βασίλειο. Ο Ακρίσιος παρέμεινε στο Άργος, ενώ ο Προίτος πήρε το Ηραίο, τη Μιδεία, την Τίρυνθα και τα παραθαλάσσια μέρη της Αργολίδας. Στην Τίρυνθα υπάρχουν ακόμα σημάδια από την παραμονή του Προίτου. Αργότερα, όμως, όταν ο Ακρίσιος πληροφορήθηκε πως ο Περσέας και ήταν ζωντανός και πραγματοποιούσε σπουδαίους άθλους, αποχώρησε στη Λάρισα, κοντά στον Πηνειό. Ο Περσέας, που ήθελε πολύ να συναντήσει τον πατέρα της μητέρας του και να τον τιμήσει με αγαθά λόγια και έργα, πήγε να τον δει στη Λάρισα· αυτός, επειδή βρισκόταν στην ακμή της ηλικίας του και καμάρωνε για την ανακάλυψη του δίσκου, έκανε επίδειξη μπροστά σε όλους· αλλά τον Ακρίσιο, όπως το θέλησε η μοίρα, τον χτύπησε δυνατά ο δίσκος και σκοτώθηκε.

[3] Έτσι επαληθεύτηκε ο χρησμός του θεού για τον Ακρίσιο. Και όσα έκανε για την κόρη και τον εγγονό του δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν τα γραμμένα. Όταν ο Περσέας επέστρεψε στο Άργος, επειδή ντρεπόταν που μαθεύτηκε ο φόνος, πείθει τον γιο του Προίτου, τον Μεγαπένθη, να ανταλλάξουν τα βασίλειά τους και μόλις πήρε την επικράτεια εκείνου, έχτισε τις Μυκήνες· γιατί εκεί έπεσε ο μύκης [η θήκη] του ξίφους του, πράγμα που ο Περσέας το έκρινε θεϊκό σημάδι για την ίδρυση της πόλης. Άκουσα επίσης ότι ο ήρωας δίψασε και σκέφτηκε να ξεριζώσει ένα μύκητα [μανιτάρι] από τη γη· τότε ήπιε το νερό που έτρεξε από κει και, επειδή ευχαριστήθηκε, ονόμασε τον τόπο Μυκήνες. 

[4] Στην Οδύσσεια, όμως, ο Όμηρος αναφέρει κάποια γυναίκα με το όνομα Μυκήνη, στον παρακάτω στίχο:

Η Τυρώ, η Αλκμήνη και η καλλιστέφανη Μυκήνη.

Η Μυκήνη αναφέρεται ως κόρη του Ινάχου και γυναίκα του Αρέστορα στο έπος, που οι Έλληνες ονομάζουν «Μεγάλες Ηοίες». Λένε, λοιπόν, ότι απ' αυτήν πήρε και η πόλη το όνομά της. Την εκδοχή που αποδίδουν στον Ακουσίλαο, ότι ο Μυκηνέας ήταν γιος του Σπάρτωνα και εγγονός του Φορωνέα, δεν θα μπορούσα να τη δεχτώ, αφού ούτε οι ίδιοι οι Λακεδαιμόνιοι δεν τη δέχονται. Έχουν βέβαια στις Αμύκλες εικόνα γυναίκας που λέγεται Σπάρτη, αλλά θα απορούσαν αν άκουγαν για κάποιον Σπάρτωνα, γιο του Φορωνέα. 

[5] Οι Αργείοι κατέστρεψαν τις Μυκήνες από ζήλια. Γιατί ενώ κατά την εισβολή των Μήδων οι Αργείοι έμεναν άπραγοι, οι Μυκηναίοι έστειλαν στις Θερμοπύλες ογδόντα άνδρες που πήραν μέρος στη μάχη μαζί με τους Λακεδαιμονίους. Αυτή η φιλόδοξη πράξη τους έγινε αιτία της καταστροφής τους, επειδή εξόργισε τους Αργείους. Υπάρχουν μέχρι σήμερα τμήματα του περιβόλου, καθώς και η πύλη, που πάνω της είναι τοποθετημένα λιοντάρια. Λένε πως ήταν έργο των Κυκλώπων, που είχαν χτίσει και το τείχος της Τίρυνθας για χάρη του Προίτου. 

[6] Στα ερείπια των Μυκηνών υπάρχει κρήνη με το όνομα Περσεία και υπόγεια οικοδομήματα του Ατρέα και των γιων του, όπου φυλάσσονταν οι θησαυροί τους. Υπάρχει και ο τάφος του Ατρέα, καθώς και όσων γύρισαν από το Ίλιο με τον Αγαμέμνονα και τους οποίους σκότωσε ο Αίγισθος την ώρα του δείπνου. Το μνήμα της Κασσάνδρας διεκδικούν όσοι από τους Λακεδαιμονίους ζουν γύρω από τις Αμύκλες. Υπάρχει ακόμα του Αγαμέμνονα, άλλο του ηνιόχου Ευρυμέδοντα και ένα κοινό του Τελεδάμου και του Πέλοπα. 

[7] Αυτοί λέγεται ότι ήταν τα δίδυμα παιδιά της Κασσάνδρας, που τα έσφαξε ο Αίγισθος, μωρά ακόμη, μαζί με τους γονείς τους. Δεν υπάρχει τάφος της Ηλέκτρας· αυτήν την πάντρεψε ο Ορέστης με τον Πυλάδη. Ο Ελλάνικος αναφέρει ότι ο Πυλάδης απέκτησε δύο γιους από την Ηλέκτρα, τον Μέδοντα και τον Στρόφιο. Η Κλυταιμνήστρα και ο Αίγισθος είναι θαμμένοι λίγο πιο έξω από τα τείχη. Δεν άρμοζε να ταφούν μέσα στα τείχη, όπου κειτόταν ο Αγαμέμνονας και οι δολοφονημένοι μαζί του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17

[1] Ύστερα από δεκαπέντε στάδια, αριστερά από τις Μυκήνες, βλέπει κανείς το Ηραίο. Δίπλα στον δρόμο κυλά μικρό ποτάμι που λέγεται Ελευθέριο. Οι ιέρειες χρησιμοποιούν τα νερά του για καθαρμούς και για τις θυσίες που είναι απόρρητες. Το ιερό βρίσκεται στη χαμηλότερη πλαγιά της Εύβοιας. Το βουνό αυτό ονομάζεται Εύβοια, γιατί λένε πως ο ποταμός Αστερίωνας είχε θυγατέρες την Εύβοια, την Πρόσυμνα και την Ακραία, που ήταν τροφοί της Ήρας. 

[2] Το βουνό απέναντι από το Ηραίο πήρε το όνομα της Ακραίας, αυτό γύρω από το Ηραίο της Εύβοιας, ενώ η περιοχή κάτω από το Ηραίο της Πρόσυμνας. Ο Αστερίωνας, που κυλάει πέρα από το Ηραίο, πέφτει σε φαράγγι και χάνεται. Στις όχθες του φυτρώνει ένα ποώδες φυτό, που το λένε αστερίωνα. Το προσφέρουν στην Ήρα και φτιάχνουν στεφάνια με τα φύλλα του. 

[3] Λένε ότι αρχιτέκτονας του ναού ήταν ο Ευπόλεμος από το Άργος. Πάνω από τους κίονες υπάρχουν ανάγλυφες παραστάσεις, από τη μια πλευρά της γέννησης του Δία και της μάχης θεών και γιγάντων, ενώ από την άλλη του Τρωικού πολέμου και της άλωσης του Ιλίου. Μπροστά στην είσοδο υπάρχουν ανδριάντες γυναικών που είχαν υπηρετήσει ως ιέρειες της Ήρας, άλλων ηρώων και του Ορέστη. Γιατί ο ανδριάντας που έχει επιγραφή ότι είναι ο βασιλιάς Αύγουστος, λένε ότι είναι του Ορέστη. Στον πρόναο, από τη μία πλευρά υπάρχουν αρχαία αγάλματα των Χαρίτων, ενώ στη δεξιά το κρεβάτι της Ήρας και αφιερωμένη η ασπίδα, που κάποτε ο Μενέλαος είχε αρπάξει από τον Εύφορβο στην Τροία. 

[4] Το άγαλμα της Ήρας την παριστάνει να κάθεται σε θρόνο. Είναι μεγάλο σε μέγεθος, φτιαγμένο από χρυσό και ελεφαντόδοντο, έργο του Πολυκλείτου. Φοράει στεφάνι που πάνω έχει ανάγλυφες παραστάσεις των Χαρίτων και των Ωρών. Στο ένα χέρι κρατάει καρπό ροδιάς και στο άλλο σκήπτρο· τα σχετικά με το ρόδι, επειδή είναι πολύ απόρρητα, δεν θα τ'αναφέρω. Για τον κούκο επάνω στο σκήπτρο της, υπάρχει η ερμηνεία ότι ο Δίας είχε μεταμορφωθεί σ' αυτό το πουλί, όταν ερωτεύτηκε την παρθένα Ήρα κι αυτή παίζοντας τον κυνήγησε και τον έπιασε. Αυτόν τον μύθο και όσα λέγονται σχετικά με τους θεούς, αν και δεν τα πιστεύω, τα γράφω όλα εξίσου. 

[5] Λέγεται ότι κοντά στην Ήρα υπήρχε άγαλμα της Ήβης, έργο του Ναυκύδη, δουλεμένο με χρυσό και ελεφαντόδοντο. Δίπλα σ' αυτό πάνω σε κίονα υπάρχει ακόμα ένα αρχαίο άγαλμα της Ήρας. Το πιο αρχαίο είναι φτιαγμένο από ξύλο αχλαδιάς και αφιερώθηκε στην Τίρυνθα από τον Πείρασο, τον γιο του Άργου. Όταν οι Αργείοι κατέλαβαν την Τίρυνθα, έφεραν το άγαλμα στο Ηραίο. Το είδα κι εγώ ο ίδιος· είναι άγαλμα μικρό και καθιστό. 

[6] Ανάμεσα στ' άλλα αξιόλογα αφιερώματα είναι και βωμός που έχει ανάγλυφες παραστάσεις από τον μυθικό γάμο του Ηρακλή και της Ήβης·' αυτός είναι ασημένιος. Ο βασιλιάς Αδριανός αφιέρωσε και παγόνι από χρυσό και λαμπερούς λίθους· το αφιέρωσε, επειδή αυτό το πουλί θεωρείται ιερό της Ήρας. Εδώ υπάρχει χρυσό στεφάνι και πορφυρό πέπλο, αφιερώματα κι αυτά του Νέρωνα. 

[7] Πάνω απ' αυτόν τον ναό είναι τα θεμέλια του αρχαιότερου ναού και ό,τι άλλο απέμεινε από τη φωτιά, που προκλήθηκε επειδή η Χρυσηίδα, η ιέρεια της Ήρας, αποκοιμήθηκε, ενώ το λυχνάρι ήταν αναμμένο μπροστά στα στεφάνια. Η Χρυσηίδα πήγε τότε στην Τεγέα ως ικέτισσα στην Αθηνά την Αλέα· αλλά παρά το φοβερό κακό, οι Αργείοι δεν αφαίρεσαν την εικόνα της Χρυσηίδας, που βρίσκεται ακόμα μπροστά στον καμένο ναό.


Χορός στον ναό του Απόλλωνα, De Sinetry, 1847


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18

[1] Ερχόμενος από τις Μυκήνες στο Άργος βλέπεις στ' αριστερά κοντά στον δρόμο το ηρώο του Περσέα. Τον τιμούν και εδώ οι ντόπιοι, αλλά περισσότερο τιμάται στη Σέριφο και στην Αθήνα, όπου υπάρχει τέμενος του Περσέα και βωμός του Δίκτη και της Κλυμένης, των λεγόμενων σωτήρων του Περσέα. Στην Αργολίδα προχωρώντας λίγο από το ηρώο αυτό συναντά κανείς στα δεξιά τον τάφο του Θυέστη. Πάνω του έχουν στήσει λίθινο κριάρι, επειδή ο Θυέστης είχε πιάσει τη χρυσή προβατίνα, όταν ζευγάρωσε με τη γυναίκα του αδελφού του. Η λογική δεν συγκράτησε τον Ατρέα να μην του ανταποδώσει ίση συμφορά, αλλά σφάζοντας τα παιδιά του Θυέστη, παρέθεσε το μυθικό δείπνο. 

[2] Δεν μπορώ να πω με σαφήνεια αν στη συνέχεια άρχισε την αδικία ο Αίγισθος ή αν προηγήθηκε ο φόνος του Ταντάλου, του γιου του Θυέστη, από τον Αγαμέμνονα. Λένε ότι ο Τάνταλος είχε παντρευτεί την Κλυταιμνήστρα, που την πήρε παρθένα ακόμη από τον Τάνταλο. Εγώ δεν θέλω να ισχυριστώ ότι αυτοί υπήρξαν από την φύση τους κακοί. Όμως τους κατέτρεχε το μίασμα του Πέλοπα και το εκδικητικό πνεύμα του Μυρτίλου. Αυτοί επιβεβαιώνουν όσα η Πυθία είχε προφητέψει στον Σπαρτιάτη Γλαύκο, τον γιο του Επικύδη, όταν σχεδίαζε την επιορκία· εξαιτίας τούτου η τιμωρία θα φτάσει στους απογόνους του. 

[3] Από τους Κριούς —όπως αποκαλούν τον τάφο του Θυέστη— προχωρώντας λίγο υπάρχει στ' αριστερά η περιοχή Μυσία και το ιερό της Μυσίας Δήμητρας, που πήρε το όνομά της από κάποιο Μύσιο, ο οποίος, όπως λένε οι Αργείοι, ήταν φιλοξενούμενος της Δήμητρας. Το ιερό δεν έχει σκεπή, αλλά μέσα υπάρχει ένας άλλος ναός από ψημένες πλίνθους και ξόανα της Κόρης, του Πλούτωνα και της Δήμητρας. Λίγο πιο πέρα είναι ο ποταμός Ίναχος και απέναντι βωμός του Ήλιου. Από εκεί φτάνεις στην πύλη που πήρε το όνομά της από το γειτονικό ιερό της Ειλειθυίας. 

[4] Οι μοναδικοί Έλληνες που ξέρω ότι έχουν χωριστεί σε τρία βασίλεια είναι οι Αργείοι. Όταν βασίλευε ο Αναξαγόρας, γιος του Αργείου, γιου του Μεγαπένθη, κατέλαβε τις γυναίκες μανία. Έφυγαν από τα σπίτια τους και πε¬ριπλανιόνταν στη χώρα, ωσότου ο Μελάμποδας, γιος του Αμυθάονα, σταμάτησε την αρρώστια, με τον όρο ο ίδιος και ο αδελφός του Βίας να μοιραστούν ίσα την εξουσία με τον Αναξαγόρα. Από τον Βίαντα βασίλεψαν πέντε άνδρες για τέσσερις γενιές μέχρι τον Κυάνιππο, γιο του Αιγιαλέα, και ανήκαν όλοι από τη μητέρα τους στη γενιά του Νηλέα. Από τον Μελάμποδα βασίλεψαν για έξι γενιές ισάριθμοι άνδρες μέχρι τον Αμφίλοχο, τον γιο του Αμφιαράου. 

[5] Η ντόπια γενιά, που προερχόταν από τον Αναξαγόρα, βασίλεψε περισσότερα χρόνια. Ο Ίφις, γιος του Αλέκτορα και εγγονός του Αναξαγόρα, άφησε την εξουσία στον Σθένελο, γιο του αδελφού του Καπανέα. Μετά την πτώση του Ιλίου, ο Αμφίλοχος μετανάστευσε στους σημερινούς Αμφιλόχους και αφού ο Κυάνιππος στο μεταξύ πέθανε άτεκνος, έτσι ο Κυλαράβης, ο γιος του Σθενέλου, βασίλευε μόνος του. Όμως κι εκείνος δεν άφησε παιδιά και κατέλαβε το Άργος ο Ορέστης, ο γιος του Αγαμέμνονα, που η χώρα του γειτόνευε με το Άργος· εκτός από την εξουσία που κληρονόμησε από τον πατέρα του, κατέλαβε το μεγαλύτερο κομμάτι της Αρκαδίας, είχε πάρει τη βασιλεία της Σπάρτης και είχε συμμάχους τους Φωκείς, που ήταν συνέχεια έτοιμοι να τον βοηθήσουν. 

[6] Ο Ορέστης έγινε βασιλιάς των Λακεδαιμονίων με τη σύμφωνη γνώμη τους, γιατί προτιμούσαν να κυβερνώνται από τον γιο της κόρης του Τυνδάρεω, παρά από τον Νικόστρατο και τον Μεγαπένθη, που ήταν γιοι του Μενελάου από μια δούλα. Όταν ο Ορέστης πέθανε, βασιλιάς έγινε ο Τισαμενός, γιος της Ερμιόνης, κόρης του Μενελάου, και του Ορέστη. Ο Κιναίθωνας έγραψε μάλιστα σε ποίημά του πως ο νόθος γιος του Ορέστη Πενθίλος γεννήθηκε από την κόρη του Αιγίσθου, την Ηριγόνη. 

[7] Κατά τη διάρκεια της βασιλείας αυτού του Τισαμενού κατέβηκαν στην Πελοπόννησο οι Ηρακλείδες, δηλαδή ο Τήμενος και ο Κρεσφόντης, γιοι του Αριστομάχου, και επειδή ο τρίτος γιος ο Αριστόδημος είχε πεθάνει προηγουμένως, τους ακολούθησαν τα παιδιά του. Τούτοι διεκδίκησαν το Άργος και τη βασιλεία της Αργολίδας, πολύ σωστά κατά τη γνώμη μου, αφού ο Τισαμενός καταγόταν από τον Πέλοπα, ενώ οι Ηρακλείδες κατάγονταν από τον Περσέα. Ισχυρίζονταν ότι ο ίδιος ο Τυνδάρεως είχε εκδιωχθεί από τον Ιπποκόωντα και ότι ο Ηρακλής σκοτώνοντας τον Ιπποκόωντα και τους γιους του εμπιστεύτηκε τη χώρα στον Τυνδάρεω. Και άλλα παρόμοια έλεγαν και για τη Μεσσηνία, δηλαδή ότι ο Ηρακλής, που κατέλαβε την Πύλο, είχε εμπιστευτεί τη χώρα στον Νέστορα. 

[8] Έδιωξαν τον Τισαμενό από το Άργος και τη Λακεδαίμονα και τους απογόνους του Νέστορα από τη Μεσσηνία, δηλαδή τον Αλκμαίωνα, γιο του Σίλλα, γιου του Θρασυμήδη, τον Πεισίστρατο, γιο του Πεισιστράτου, τους γιους του Παίονα, γιου του Αντιλόχου, και μαζί τους τον Μέλανθο, γιο του Ανδροπόμπου, γιου του Βώρου, γιου του Πενθίλου, γιου του Περικλυμένου. Ο Τισαμενός λοιπόν με τον στρατό του και οι γιοι του ήρθαν στη σημερινή Αχαΐα. 

[9] Οι απόγονοι του Νηλέα, εκτός από τον Πεισίστρατο, για τον οποίο δεν γνωρίζω πού κατέφυγε, πήγε στην Αθήνα και οι γενιές των Παιονιδών και των Αλκμαιωνιδών πήραν το όνομά τους απ' αυτούς. Ο Μέλανθος στο μεταξύ έγινε βασιλιάς, ανατρέποντας τον Θυμοίτη, γιο του Οξύντη· ο Θυμοίτης ήταν ο τελευταίος απόγονος του Θησέα που βασίλεψε στην Αθήνα.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19

[1] Τα σχετικά με τον Κρεσφόντη και τους γιους του Αριστοδήμου δεν είμαι αναγκασμένος να τα αναφέρω εδώ. Ο Τήμενος χρησιμοποίησε φανερά ως στρατηγό στους πολέμους του τον Δηιφόντη, γιο του Αντιμάχου, γιου του Θρασυάνορα, γιου του Κτησίππου, γιου του Ηρακλή, και όχι τους δικούς του γιους και τον είχε σύμβουλο του για όλες τις υποθέσεις· κι επειδή τον είχε κάνει και σύζυγο της πιο αγαπημένης του κόρης, της Υρνηθώς, κίνησε υποψίες ότι θα έδινε τη βασιλεία σ' εκείνη και στον Δηιφόντη. Και εξαιτίας αυτών οι γιοι του συνωμότησαν εναντίον του και την ηγεσία ανέλαβε ο Κείσος, που ήταν και ο μεγαλύτερος. 

[2] Από τα πολύ παλιά χρόνια οι Αργείοι, επειδή αγαπούσαν την ισότητα και την αυτονομία, περιόρισαν τις αρμοδιότητες του βασιλιά στο ελάχιστο, ώστε ο Μήδωνας, ο γιος του Κείσου, να είναι μόνο κατ' όνομα βασιλιάς. Τον Μέλτα, γιο του Λακήδα και δέκατο απόγονο του Μήδωνα, ο δήμος τον καθαίρεσε από την εξουσία. 

[3] Το πιο όμορφο ιερό στην πόλη του Άργους είναι του Λυκίου Απόλλωνα. Το άγαλμα που υπάρχει και σήμερα είναι έργο του Αθηναίου Αττάλου· ο αρχικός όμως ναός και το ξόανο ήταν αφιερώματα του Δαναού, γιατί νομίζω ότι τότε όλα ήταν ξόανα, όπως και τα Αιγυπτιακά. Ο Δαναός ίδρυσε το ιερό του Λυκίου Απόλλωνα για τον ακόλουθο λόγο. Όταν έφτασε στο Άργος, διεκδικούσε την εξουσία από τον Γελάνορα, γιο του Σθενέλα. Επειδή λοιπόν και οι δύο είπαν πολλά και δελεαστικά προς τον δήμο και θεώρησαν πως ο Γελάνορας μίλησε εξίσου δίκαια, λένε ότι ο δήμος ανέβαλε την τελική του απόφαση για την επόμενη μέρα. 

[4] Τα ξημερώματα όμως ένας λύκος επιτέθηκε σε κοπάδι βοδιών που έβοσκε έξω από τα τείχη και πάλεψε με τον ταύρο, τον αρχηγό των βοδιών. Οι Αργείοι τότε τον ταύτισαν με τον Γελάνορα και τον Δαναό με τον λύκο, επειδή ούτε αυτό το ζώο ζει με τους ανθρώπους ούτε ο Δαναός έμενε μέχρι τότε μαζί τους. Όταν ο λύκος αποτελείωσε τον ταύρο, ο Δαναός εξελέγη βασιλιάς. Και με την πεποίθηση ότι ο λύκος είχε σταλεί από τον Απόλλωνα εναντίον των βοδιών, ίδρυσε τον ναό του Λυκίου Απόλλωνα. 

[5] Εκεί είναι αφιερωμένος ο θρόνος του Δαναού και εικόνα του Βίτωνα να κουβαλάει στους ώμους του ταύρο. Όπως έγραψε σ' ένα ποίημά του ο Λυκέας, όταν στη Νεμέα οι Αργείοι πρόσφεραν θυσία στον Δία, ο ρωμαλέος και δυνατός Βίτωνας κουβαλώντας έφερνε ταύρο. Μετά την εικόνα αυτή υπάρχει αναμμένη φωτιά που λέγεται του Φορωνέα, γιατί οι Αργείοι δεν συμφωνούν ότι η φωτιά ήταν δώρο του Προμηθέα, αλλά θέλουν ν' αποδίδουν την εύρεση της φωτιάς στον Φορωνέα. 

[6] Για τα ξόανα της Αφροδίτης και του Ερμή, λένε πως το ένα είναι έργο του Επειού και το άλλο αφιέρωμα της Υπερμήστρας. Αυτή ήταν η μόνη κόρη που παράκουσε την εντολή του κι ο Δαναός την οδήγησε σε δίκη, γιατί και η σωτηρία του Λυγκέα ήταν απειλή γι' αυτόν και γιατί μη συμμετέχοντας στο έργο με τις αδελφές της αύξησε τη ντροπή γι' αυτόν που το σχεδίασε. Η Υπερμήστρα δικάστηκε από τους Αργείους και αθωώθηκε· γι' αυτό έκανε τούτη την αφιέρωση στη Νικηφόρο Αφροδίτη. 

[7] Μέσα στον ναό υπάρχει ανδριάντας του Λάδα, του πιο γρήγορου στα πόδια από τους ανθρώπους της εποχής του, και άγαλμα του Ερμή που έπιασε μια χελώνα, για να φτιάξει λύρα. Μπροστά στον ναό υπάρχει βόθρος με ανάγλυφη παράσταση μάχης λύκου με ταύρο και μιας παρθένας που ρίχνει πέτρα στον ταύρο. Πιστεύουν ότι η παρθένα είναι η Άρτεμη. Αυτά είναι αφιερώματα του Δαναού και κοντά κίονες και ξόανο του Δία και της Αρτεμης. 

[8] Εδώ υπάρχουν και τάφοι, ένας του Λίνου, γιου του Απόλλωνα και της Ψαμάθης, της θυγατέρας του Κροτώπου, και άλλος που λένε ότι είναι του ποιητή Λίνου. Τα σχετικά μ' αυτόν, που ταιριάζουν σε άλλο σημείο της ιστορίας μου, τα παραλείπω εδώ. Για τον γιο της Ψαμάθης έγραψα εκεί που αναφέρθηκα στα Μέγαρα. Κοντά υπάρχει άγαλμα του Απόλλωνα Αγυιέα και βωμός του Υετίου Δία, όπου οι άνδρες που βοήθησαν τον Πολυνείκη να επιστρέψει στη Θήβα πήραν όρκο να σκοτωθούν, αν δεν κυριέψουν τη Θήβα. Όσα λένε σχετικά με το μνήμα του Προμηθέα μου φαίνονται λιγότερο αξιόπιστα από των Οπουντίων, όμως τα λένε.


Ancient Corinth, Jeff Brown


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20
[1] Περνώντας μπροστά από τον ανδριάντα του πυγμάχου Κρεύγα βλέπει κανείς και τρόπαιο στημένο για τους Κορινθίους και μετά άγαλμα από λευκό μάρμαρο, που παριστάνει τον Μειλίχιο Δία καθιστό, έργο του Πολυκλείτου. Πληροφορήθηκα πως αυτό έγινε για τον ακόλουθο λόγο. Όταν οι Λακεδαιμόνιοι άρχισαν τον πόλεμο με τους Αργείους, δεν σταμάτησαν, παρά μόνο όταν ο Φίλιππος, ο γιος του Αμύντα, τους ανάγκασε να περιοριστούν στα παλιά σύνορα της χώρας τους. Προηγουμένως, κάθε φορά που οι Λακεδαιμόνιοι δεν ήταν απασχολημένοι με επιχειρήσεις έξω από την Πελοπόννησο, κυρίευαν μέρη της Αργολίδας. Οι Αργείοι πάλι, όταν εκείνοι είχαν πόλεμο, τους έκαναν το ίδιο. 

[2] Όταν το μίσος μεγάλωσε κι από τις δύο πλευρές, οι Αργείοι αποφάσισαν να συντηρούν χίλιους διαλεχτούς πολεμιστές· ηγεμόνα τους έβαλαν τον Αργείο Βρύαντα. Αυτός, εκτός από άλλες απρέπειες προς τους άνδρες του δήμου, κάποτε ντρόπιασε μια παρθένα αρπάζοντας την, ενώ την οδηγούσαν στον γαμπρό και η κόρη, αφού περίμενε να τον πάρει ο ύπνος, τον τύφλωσε. Όταν ξημέρωσε και δεν μπορούσε να κρυφτεί άλλο, κατέφυγε ως ικέτισσα στον δήμο. Επειδή ο δήμος δεν την παρέδωσε στους χιλίους για να την τιμωρήσουν, ακολούθησε μάχη μεταξύ των δύο πλευρών, κατά την οποία νίκησαν οι άνδρες του δήμου που εξαιτίας της οργής τους δεν άφησαν ζωντανό κανένα από τους αντιπάλους. Αργότερα, ανάμεσα στα άλλα που έκαναν για να εξαγνιστούν από το συγγενικό αίμα, αφιέρωσαν και άγαλμα στον Μειλίχιο Δία. 

[3] Εδώ κοντά υπάρχει μαρμάρινο ανάγλυφο του Κλέοβη και του Βίτωνα, που σέρνουν την άμαξα, για να μεταφέρουν τη μητέρα τους στο Ηραίο. Απέναντι απ' αυτούς είναι το ιερό του Νεμείου Δία με χάλκινο άγαλμα, έργο του Λυσίππου. Προσπερνώντας υπάρχει στα δεξιά ο τάφος του Φορωνέα, στον οποίο θυσιάζουν ακόμα και σήμερα. Μετά από τον Νέμειο Δία είναι πανάρχαιος ναός της Τύχης, όπου αφιέρωσε κάποτε ο Παλαμήδης τους κύβους που εφεύρε. 

[4] Το κοντινό μνήμα ονομάζεται της μαινάδας Χορείας. Λένε ότι αυτή ήταν μία από τις γυναίκες που εκστράτευσαν στο Άργος με τον Διόνυσο. Όταν όμως νίκησε, ο Περσέας σκότωσε τις περισσότερες γυναίκες. Τις έθαψαν σε κοινό τάφο, αλλά αυτή, που ξεχώριζε στο αξίωμα, την έθαψαν σε δικό της τάφο. 

[5] Λίγο πιο πέρα υπάρχει ιερό των Ωρών, ενώ προς τα πίσω υπάρχουν ανδριάντες του Πολυνείκη, γιου του Οιδίποδα, και όσων σκοτώθηκαν πολεμώντας στο πλευρό του στα τείχη της Θήβας. Ο Αισχύλος μείωσε τον αριθμό αυτών των ανδρών σε εφτά, ενώ είχαν εκστρατεύσει περισσότεροι αρχηγοί από το Αργός, τη Μεσσήνη και την Αρκαδία. Το Άργος ακολουθώντας την ποίηση του Αισχύλου αφιέρωσε εφτά και κοντά σ' αυτούς βρίσκονται και οι πορθητές της Θήβας, ο Αιγιαλέας, γιος του Αδράστου, ο Πρόμαχος, γιος του Παρθενοπαίου και εγγονός του Ταλαού, ο Πολύδωρος, γιος του Ιππομέδοντα, ο Θέρσανδρος, τα παιδιά του Αμφιαράου, Αλκμαίωνας και Αμφίλοχος, ο Διομήδης και ο Σθένελος. Μαζί τους ήταν και ο Ευρύαλος, γιος του Μηκιστέα, και τα παιδιά του Πολυνείκη, Άδραστος και Τιμέας. 

[6] Κοντά στους ανδριάντες δείχνουν επίσης το μνήμα του Δαναού, καθώς και το κενοτάφιο των Αργείων που σκοτώθηκαν πολεμώντας στο Ίλιο ή χάθηκαν γυρνώντας στην πατρίδα. Εδώ υπάρχει και ιερό του Σωτήρα Δία. Μόλις το περάσει κανείς, βλέπει το οίκημα, όπου οι γυναίκες του Άργους θρηνούσαν τον Άδωνη. Στα δεξιά της εισόδου υπάρχει ιερό στον Κηφισό. Υποστηρίζουν ότι ο Ποσειδώνας δεν στέρεψε τα νερά του Κηφισού για πάντα και πως κυρίως εδώ, όπου ύψωσαν το ιερό, μπορείς ν' ακούσεις τα νερά που κυλάνε υπόγεια. 

[7] Κοντά στο ιερό του Κηφισού, βρίσκεται λίθινη κεφαλή της Μέδουσας, που λένε ότι είναι έργο των Κυκλώπων. Την περιοχή πίσω από κει εξακολουθούν να ονομάζουν Κριτήριο· εκεί λένε πως δικάστηκε η Υπερμήστρα από τον Δαναό. Κοντά σ' αυτό βρίσκεται το θέατρο, μέσα στο οποίο υπάρχουν αξιοθέατα έργα και ανάμεσά τους παράσταση που δείχνει άνδρα να σκοτώνει άλλον άνδρα, τον Σπαρτιάτη Οθρυάδα ο Αργείος Περίλαος, γιος του Αλκήνορα. Αυτός ο Περίλαος είχε παλιότερα νικήσει στην πάλη στα Νέμεια. 

[8] Πάνω από το θέατρο υπάρχει ιερό της Αφροδίτης και μπροστά στο άγαλμά της υπάρχει στήλη με παράσταση της Τελέσιλλας, της ποιήτριας ύμνων. Στα πόδια της είναι πεσμένα τα βιβλία της, ενώ εκείνη κοιτάζει μια περικεφαλαία που κρατάει στα χέρια της και ετοιμάζεται να τη φορέσει στο κεφάλι. Η Τελέσιλλα ήταν διάσημη γυναίκα και για άλλα, κυρίως όμως την τιμούσαν για την ποίησή της. Θ' αναφέρω σχετικά το εξής. Το Αργός είχε υποστεί μια απερίγραπτη καταστροφή από τον Κλεομένη, γιο του Αναξανδρίδη, και τους Λακεδαιμονίους. Άλλοι Αργείοι είχαν πέσει στο πεδίο της μάχης, ενώ άλλοι σκοτώθηκαν στο άλσος του Άργου, όπου είχαν καταφύγει· απ' αυτούς, οι πρώτοι βγαίνοντας μετά από συμφωνία και οι υπόλοιποι, καταλαβαίνοντας την απάτη, έμειναν κρυμμένοι και κάηκαν με το άλσος. Έτσι ο Κλεομένης οδήγησε τους Λακεδαιμονίους κατά του Άργους, που είχε μείνει έρημο από τους άνδρες του. 

[9] Τότε η Τελέσιλλα ανέβασε πάνω στα τείχη τους υπηρέτες της, μαζί με τους γέρους και τα παιδιά που ήταν ανήμποροι να φέρουν όπλα. Η ίδια μάζεψε όσα όπλα βρίσκονταν στα σπίτια και όσα ήταν στα ιερά, συγκέντρωσε τις νέες γυναίκες, τις όπλισε και τις παρέταξε στο σημείο όπου ήξερε ότι θα έκαναν επίθεση οι εχθροί. Καθώς οι Λακεδαιμόνιοι πλησίαζαν, οι γυναίκες χωρίς να φοβηθούν από τον αλαλαγμό πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση. Οι Λακεδαιμόνιοι, επειδή σκέφτηκαν ότι, αν σκότωναν τις γυναίκες, θα γίνονταν μισητοί για το κατόρθωμά τους, ενώ αν χάσουν τη μάχη θα είναι μία ντροπιαστική συμφορά, υποχώρησαν στις γυναίκες. 

[10] Προηγουμένως είχε προφητέψει αυτή τη μάχη η Πυθία. Τον χρησμό κατέγραψε ο Ηρόδοτος, είτε τον κατάλαβε είτε όχι:

αλλ' όταν η γυναίκα νικήσει τον άντρα,
τον διώξει και δοξαστεί από τους Αργείους,
πολλές Αργίτισσες τότε θα σκίζουν και τα δυο τους
μάγουλα από λύπη.

Αυτός ήταν ο χρησμός της Πυθίας για τον άθλο των γυναικών.




ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21

[1] Κατεβαίνοντας από εκεί και κατευθυνόμενος πάλι προς την αγορά, συναντά κανείς το μνήμα της γυναίκας του Φορωνέα, της Κερδώς· υπάρχει και ναός του Ασκληπιού. Το ιερό της Άρτεμης της επονομαζόμενης Πειθώς το αφιέρωσε και αυτό η Υπερμήστρα, όταν νίκησε τον πατέρα της στη δίκη για τον Λυγκέα. Υπάρχει ακόμα χάλκινος ανδριάντας του Αινεία και χώρος που ονομάζεται Δέλτα, αλλά τον λόγο [για τον οποίο ονομάστηκε έτσι] με τη θέλησή μου θα τον παραλείψω, γιατί δεν μου άρεσαν αυτά που λέγονταν. 

[2] Μπροστά υπάρχει βωμός του Φυξίου Δία και κοντά μνήμα της Υπερμήστρας, μητέρας του Αμφιαράου, και ένα άλλο της Υπερμήστρας, κόρης του Δαναού· μαζί της τάφηκε και ο Λυγκέας. Απέναντι είναι ο τάφος του Ταλαού, του γιου του Βίαντα. Έχω ήδη μιλήσει για τον Βίαντα και τους απογόνους του. 

[3] Το ιερό της Αθηνάς Σάλπιγγας λένε ότι το ίδρυσε ο Ηγέλεως. Αυτός ήταν γιος του Τυρσηνού, που λένε ότι ήταν γιος του Ηρακλή και της Λυδής. Ο Τυρσηνός ήταν ο εφευρέτης της σάλπιγγας και ο Ηγέλεως, γιος του Τυρ¬σηνού, δίδαξε στους Δωριείς του Τημένου το παίξιμο αυτού του οργάνου και έτσι η Αθηνά επονομάστηκε Σάλπιγγα. Μπροστά στον ναό της Αθηνάς λένε ότι είναι ο τάφος του Επιμενίδη· τον έπιασαν ζωντανό οι Λακεδαιμόνιοι, όταν πολεμούσαν κατά των Κνωσίων και τον σκότωσαν, επειδή δεν τους έδινε ευνοϊκές προφητείες. Αυτοί υποστηρίζουν ότι πήραν τον νεκρό και τον έθαψαν εδώ. 

[4] Το οικοδόμημα από άσπρο μάρμαρο στη μέση της αγοράς δεν είναι τρόπαιο για την ήττα του Πύρρου του Ηπειρώτη, όπως λένε οι Αργείοι, επειδή όμως εδώ αποτεφρώθηκε η σορός του, θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτό είναι μνήμα του, που πάνω υπάρχουν ανάγλυφες παραστάσεις όσων χρησιμοποιούσε στις μάχες και των ελεφάντων. Το οικοδόμημα αυτό χτίστηκε στο σημείο που έγινε η αποτέφρωση. Τα οστά του Πύρρου όμως βρίσκονται στο ιερό της Δήμητρας, κοντά στο οποίο πέθανε, όπως ανέφερα ήδη στο έργο μου για την Αττική. Στην είσοδο του ιερού αυτού της Δήμητρας μπορεί να δει κανείς αφιερωμένη πάνω από την πόρτα τη χάλκινη ασπίδα του Πύρρου. 

[5] Κοντά στο οικοδόμημα αυτό της αγοράς των Αργείων υπάρχει λοφίσκος από χώμα. Λένε ότι εδώ είναι θαμμένο το κεφάλι της Μέδουσας Γοργόνας. Αν δεν αναφέρω τον μύθο, γι'αυτήν λέγονται τα εξής· ήταν κόρη του Φόρκου και, όταν πέθανε ο πατέρας της, βασίλευε στην περιοχή της λίμνης Τριτωνίδας, έβγαινε για κυνήγι και στις μάχες ήταν επικεφαλής των Λιβύων. Όταν αντιστεκόταν με τον στρατό κατά της δύναμης του Περσέα —γιατί τον ακολουθούσε σώμα επίλεκτων ανδρών από την Πελοπόννησο—, κάποια νύχτα δολοφονήθηκε και ο Περσέας ακόμη και νεκρή τη θαύμασε για την ομορφιά της· έκοψε, λοιπόν, το κεφάλι της, για να το δείξει στους Έλληνες. 

[6] Ο Προκλής ο Καρχηδόνιος, γιος του Ευκράτη, θεωρεί πιθανότερη από την προηγούμενη την εξής ιστορία. Στην έρημο της Λιβύης, εκτός από τα θηρία που δεν μπορείς να πιστέψεις όσα ακούγονται γι' αυτά, ζουν και άγριοι άνδρες και άγριες γυναίκες. Ο Προκλής έλεγε ότι είδε έναν άνδρα απ' αυτούς να μεταφέρεται στη Ρώμη. Πίστευε πως κάποια γυναίκα απ' αυτές περιπλανώμενη έφτασε στην περιοχή της λίμνης Τριτωνίδας και λεηλατούσε όσους κατοικούσαν εκεί γύρω, ωσότου τη σκότωσε ο Περσέας. Συμπέρανε ότι τον βοήθησε η Αθηνά στον άθλο του, επειδή αυτή τη θεά λατρεύουν οι κάτοικοι της Τριτωνίδας. 

[7] Στο Άργος, δίπλα στον τάφο της Γοργόνας είναι ο τάφος της Γοργοφόνης, της κόρης του Περσέα. Είναι φανερό σε όποιον το ακούει, γιατί πήρε αυτό το όνομα. Διηγούνται ότι αυτή ήταν η πρώτη που, όταν πέθανε ο άνδρας της, ο Περιήρης, γιος του Αιόλου —που την πήρε, παρθένα ακόμη, για σύζυγο του— εκείνη παντρεύτηκε πάλι τον Οίβαλο. Παλιότερα όσες γυναίκες έχαναν τον άνδρα τους έμεναν χήρες. 

[8] Μπροστά στον τάφο έχει στηθεί λίθινο τρόπαιο του Αργείου Λαφάη· γιατί αυτός —αναφέρω όσα λένε γι' αυτόν οι Αργείοι— ήταν τύραννος που τον έδιωξε ο λαός, αφού τον ανέτρεψε. Όταν αυτός κατέφυγε στη Σπάρτη, οι Λακεδαιμόνιοι προσπαθούσαν να τον επαναφέρουν στην τυραννία, αλλά οι Αργείοι νίκησαν στη μάχη και σκότωσαν τον Λαφάη και πολλούς Λακεδαιμονίους. 

[9] Κοντά στο τρόπαιο είναι και το ιερό της Λητώς, που το άγαλμά της είναι έργο του Πραξιτέλη. Την εικόνα της παρθένου δίπλα στη θεά την ονομάζουν Χλώρη, λένε ότι ήταν κόρη της Νιόβης και ότι αρχικά την αποκαλούσαν Μελίβοια. Όταν ο Απόλλωνας και η Άρτεμη σκότωσαν τα παιδιά του Αμφίονα, από τ' αδέλφια της μόνο αυτή και ο Αμύκλας σώθηκαν, χάρη στις προσευχές τους στη Λητώ. Όμως η Μελίβοια έγινε χλωμή [χλωρή] από τον φόβο της κι έμεινε έτσι σ' όλη την υπόλοιπη ζωή της. Απ' αυτό το συμβάν ονομάστηκε Χλώρη αντί για Μελίβοια. 

[10] Οι Αργείοι υποστηρίζουν ότι αυτοί έχτισαν αρχικά τον ναό της Λητώς, αλλά εγώ, επειδή στηρίζομαι περισσότερο από τους άλλους στην ποίηση του Ομήρου, πιστεύω ότι κανένα από τα παιδιά της Νιόβης δεν επέζησε. Το αποδεικνύει ο εξής στίχος:

αυτοί, αν και ήταν δυο, τους σκότωσαν όλους.

Αυτός γνωρίζει ότι η γενιά του Αμφίονα ξεκληρίστηκε ολότελα.


Downtown Corinth and the Forum area in the 2nd century AD


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22

[1] Ο ναός της Ανθείας Ήρας βρίσκεται στα δεξιά του ιερού της Λητώς και μπροστά ο τάφος των γυναικών. Οι γυναίκες σκοτώθηκαν πολεμώντας τους Αργείους και τον Περσέα, όταν είχαν εκστρατεύσει μαζί με τον Διόνυσο από τα νησιά του Αιγαίου. Γι' αυτό τις ονόμαζαν Αλίες. Απέναντι από το μνήμα των γυναικών είναι το ιερό της επονομαζόμενης Πελασγίδας Δήμητρας, που πήρε αυτό το όνομα από τον Πελασγό, τον γιο του Τριόπα, που το ίδρυσε. Όχι μακριά από το ιερό είναι ο τάφος του Πελασγού. 

[2] Απέναντι από τον τάφο υπάρχει μικρό χάλκινο σκεύος που πάνω του υπάρχουν αρχαία αγάλματα της Άρτεμης, του Δία και της Αθηνάς. Ο Λυκέας αναφέρει ότι το άγαλμα είναι του Δία του Μηχανέα και λέει πως εδώ οι Αργείοι που εκστράτευσαν στην Τροία ορκίστηκαν ότι θα συνεχίσουν τον πόλεμο, ωσότου καταλάβουν το Ίλιο ή πεθάνουν μαχόμενοι. 

[3] Άλλοι υποστηρίζουν ότι στο χάλκινο σκεύος περιέχονται τα οστά του Ταντάλου. Ο γιος του Θυέστη ή του Βροτέα —γιατί λέγονται και τα δύο ονόματα—, που ήταν άνδρας της Κλυταιμνήστρας πριν τον Αγαμέμνονα, δεν αμφισβητώ ότι αυτός ο Τάνταλος έχει ταφεί εδώ. Τον τάφο όμως αυτού που θεωρείται γιος του Δία και της Πλουτώς τον είδα με τα μάτια μου στο Σίπυλο και αξίζει να τον δει κανείς. Εξάλλου ο Τάνταλος δεν συνέβη να φύγει από το Σίπυλο, όπως αντίθετα ο Πέλοπας, όταν ο Ίλος ο Φρύγας εκστράτευσε εναντίον του. 

[4] Αρκετά όμως με την έρευνα τούτων. Όσα τελούνται σ' ένα κοντινό λάκκο λένε ότι τα καθιέρωσε ο Νικόστρατος, ένας ντόπιος. Ακόμα και σήμερα αφήνουν μέσα στον λάκκο αναμμένες λαμπάδες για την Κόρη της Δήμητρας. Εδώ υπάρχει και ιερό του Ποσειδώνα με την επωνυμία Προκλύστιος. Λένε πως ο Ποσειδώνας πλημμύρισε όλη τη χώρα, όταν ο Ίναχος και οι συνδικαστές έδωσαν τη γη στην Ήρα και όχι σ' αυτόν. Η Ήρα κατάφερε να αποσυρθεί ο Ποσειδώνας στη θάλασσα. Τότε οι Αργείοι έχτισαν ιερό στον Προκλύστιο Ποσειδώνα, εκεί απ' όπου άρχισαν να φεύγουν τα νερά. 

[5] Πιο πέρα βρίσκεται ο τάφος του Άργου, που νομιζόταν γιος του Δία και της κόρης του Φορωνέα, της Νιόβης. Μετά απ' αυτόν υπάρχει ναός των Διοσκούρων με αγάλματα των ίδιων και των γιων τους Άναξη και Μνασίνου, καθώς και των μητέρων τους Ιλάειρας και Φοίβης, έργα του Διποίνου και του Σκύλλη, φτιαγμένα από ξύλο εβένου. Τα άλογά τους είναι στο μεγαλύτερο μέρος από ξύλο εβένου αλλά και σε λίγα σημεία από ελεφαντόδοντο. 

[6] Κοντά στους Άνακτες είναι ιερό της Ειλειθυίας, ανάθημα της Ελένης, όταν ο Θησέας είχε πάει στους Θεσπρωτούς με τον Πειρίθου, η Άφιδνα είχε κυριευτεί από τους Διοσκούρους και η Ελένη πήγαινε αιχμάλωτη, στη Λακεδαίμονα. Λένε ότι ήταν έγκυος και γέννησε στο Άργος, έχτισε το ιερό της Ειλειθυίας και παρέδωσε τη νεογέννητη κόρη της στην Κλυταιμνήστρα, που ήταν ήδη σύζυγος του Αγαμέμνονα, ενώ η ίδια αργότερα παντρεύτηκε τον Μενέλαο. 

[7] Οι επικοί ποιητές Ευφορίωνας ο Χαλκιδέας και ο Αλέξανδρος ο Πλευρώνιος και παλιότερα ο Στησίχορος από την Ιμέρα έλεγαν σχετικά μ' αυτά πως η Ιφιγένεια ήταν κόρη του Θησέα. Απέναντι από τον ναό της Ειλειθυίας βρίσκεται ναός της Εκάτης· το άγαλμά της είναι έργο του Σκόπα και είναι από μάρμαρο, ενώ αυτά που βρίσκονται απέναντι, και αυτά αγάλματα της Εκάτης, είναι από χαλκό· το ένα είναι έργο του Πολυκλείτου και το άλλο του αδελφού του Πολυκλείτου Ναυκύδη, γιου του Μόθωνα. 

[8] Ακολουθώντας τον ευθύ δρόμο προς το γυμνάσιο του Κυλαράβη, που πήρε το όνομά του από τον γιο του Σθενέλου, βρίσκει κανείς τον τάφο του Λικυμνίου, γιου του Ηλεκτρύωνα. Ο 'Ομηρος λέει ότι τον σκότωσε ο Τληπόλεμος, ο γιος του Ηρακλή, κι ότι εξαιτίας αυτού του φόνου έφυγε από το Άργος ο Τληπόλεμος. Παρακάμπτοντας λίγο από τον δρόμο προς το γυμνάσιο του Κυλαράβη και την πύλη, είναι το μνήμα του Σακάδα, που πρώτος έπαιξε με τον αυλό του στους Δελφούς το Πυθικό αύλημα. 

[9] Η έχθρα του Απόλλωνα για τους αυλητές, που κρατούσε από τον Μαρσύα και από τον αγώνα του με τον Σιληνό λένε ότι τελείωσε με τον Σακάδα. Στο γυμνάσιο του Κυλαράβη υπάρχει η λεγόμενη Αθηνά Πανία και δείχνουν τον τάφο του Σθενέλου και του ίδιου του Κυλαράβη. Κοντά βρίσκεται και πολυάνδριο των Αργείων που έπλευσαν μαζί με τους Αθηναίους, για να υποτάξουν τις Συρακούσες και τη Σικελία.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23

[1] Παίρνοντας από εδώ τη λεγόμενη Κοίλη οδό, συναντάς στα δεξιά ναό του Διονύσου. Λένε ότι το άγαλμά του είναι από την Εύβοια. Όταν οι Έλληνες επέστρεφαν από το Ίλιο, ναυάγησαν στο ακρωτήριο Καφηρέα και όσοι από τους Αργείους κατάφεραν να φτάσουν στη στεριά, υπέφεραν από την παγωνιά και την πείνα. Τότε προσευχήθηκαν να τους σώσει από τα δεινά κάποιος θεός· μόλις προχώρησαν είδαν αμέσως σπηλιά του Διονύσου, που μέσα υπήρχε άγαλμα του θεού, και αγριοκάτσικα που είχαν συγκεντρωθεί σ' αυτό, για να ξεφύγουν από την καταιγίδα. Οι Αργείοι τα έσφαξαν, έφαγαν το κρέας τους και ντύθηκαν με το δέρμα τους. Όταν κόπασε η καταιγίδα, αφού επισκεύασαν τα πλοία τους, γύρισαν στην πατρίδα τους, παίρνοντας μαζί το ξόανο από τη σπηλιά. Μέχρι σήμερα συνεχίζουν να το τιμούν. 

[2] Πολύ κοντά στον ναό του Διονύσου βρίσκεται το σπίτι του Αδράστου, πιο πέρα απ' αυτό ιερό του Αμφιαράου και απέναντί του μνήμα της Εριφύλης. Μετά απ' αυτά βρίσκεται το τέμενος του Ασκληπιού και μετά ιερό του Βάτωνα. Ο Βάτωνας ανήκε στην ίδια γενιά με τον Αμφιάραο, των Μελαμποδιδών, και όταν ο Αμφιάραος πήγαινε στη μάχη, αυτός ήταν ηνίοχος του. Και αφού άρχισε η φυγή από τα τείχη της Θήβας και άνοιξε χάσμα στη γη που κατάπιε τον Αμφιάραο και το άρμα μαζί και τον Βάτωνα. 

[3] Επιστρέφοντας κανείς στην Κοίλη οδό υπάρχει τάφος που λένε ότι είναι της Υρνηθώς. Αν είναι κενός τάφος στη μνήμη της γυναίκας, τότε λένε αλήθεια. Αν, όμως, νομίζουν ότι εδώ βρίσκεται θαμμένη η Υρνηθώ, εγώ δεν τους πιστεύω· ας πιστέψει όποιος δεν έχει ακούσει όσα λένε οι Επιδαύριοι. 

[4] Το επιφανέστερο από τα Ασκληπιεία των Αργείων έχει στις μέρες μου άγαλμα από άσπρο μάρμαρο, που παριστάνει τον Ασκληπιό καθιστό και δίπλα του στέκει η Υγεία. Παριστάνονται επίσης καθιστοί ο Ξενόφιλος και ο Στράτωνας, που φιλοτέχνησαν τα αγάλματα. Το ιερό ίδρυσε από την αρχή ο Σφύρος, γιος του Μαχάονα και αδελφός του Αλεξάνορα, που τιμάται στην Τιτάνη από τους Σικυωνίους. 

[5] Τη Φεραία Άρτεμη τη λατρεύουν επίσης οι Αργείοι, όπως οι Αθηναίοι και οι Σικυώνιοι. Υποστηρίζουν κι αυτοί ότι το άγαλμά της μεταφέρθηκε από τις Φερές της Θεσσαλίας· αλλά διαφωνώ μαζί τους στα εξής. Λένε οι Αργείοι πως το μνήμα της Δηιάνειρας, κόρης του Οινέα, και αυτό του Ελένου, γιου του Πριάμου, βρίσκεται στο Άργος· ακόμα πως έχουν το άγαλμα της Αθηνάς, εκείνο που άρπαξαν από το Ίλιο και έγινε αιτία της άλωσης του Ιλίου. Το Παλλάδιο —έτσι λέγεται αυτό— είναι φανερό ότι το μετέφερε στην Ιταλία ο Αινείας. Ξέρουμε ότι η Δηιάνειρα πέθανε γύρω από την Τραχίνα και όχι στο Άργος κι ότι ο τάφος της βρίσκεται κοντά στην Ηράκλεια, κάτω από την Οίτη. 

[6] Όσο για τον Έλενο, τον γιο του Πριάμου, έχω ήδη αναφέρει ότι είχε πάει στην Ήπειρο με τον γιο του Αχιλλέα, τον Πύρρο, και ότι έγινε επίτροπος των παιδιών του, επειδή παντρεύτηκε την Ανδρομάχη, και η Κεστρίνη πήρε το όνομα του Κεστρίνου, γιου του Ελένου. Ακόμα και οι ίδιοι οι Αργείοι εξηγητές καταλαβαίνουν πως κάτι τους διαφεύγει και δεν λένε όλη την αλήθεια· όμως συνεχίζουν να τα λένε, γιατί δεν είναι εύκολο να μεταστρέψει κανείς τις πεποιθήσεις των πολλών. 

[7] Υπάρχουν κι άλλα αξιοθέατα στο Άργος. Ένα υπόγειο οικοδόμημα, μέσα στο οποίο βρίσκεται ο χάλκινος θάλαμος που έφτιαξε ο Ακρίσιος για να φυλακίσει εκεί την κόρη του. Τον γκρέμισε ο Περίλαος όταν έγινε τύραννος. Υπάρχει λοιπόν αυτό το οικοδόμημα, το μνήμα του Κροτώπου και ο ναός του Κρησίου [Κρητικού] Διονύσου· γιατί λένε πως, αφού ο Διόνυσος πολέμησε με τον Περσέα και ήρθε πάλι για να διαλύσει το μίσος, οι Αργείοι του απέδωσαν μεγάλες τιμές και, επειδή τον θεώρησαν ξεχωριστό, του πρόσφεραν και τούτο το τέμενος. 

[8] Ονομάστηκε Κρήσιος αργότερα, γιατί εδώ έθαψε την Αριάδνη, όταν πέθανε. Ο Λυκέας αναφέρει ότι την εποχή που ξανάχτιζαν τον ναό βρήκαν ένα πήλινο φέρετρο, που ήταν της Αριάδνης. Λέει μάλιστα ότι το είδε και ο ίδιος και άλλοι Αργείοι. Κοντά στον ναό του Διονύσου υπάρχει και της Ουρανίας Αφροδίτης.




ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24

[1] Την ακρόπολή τους τη λένε Λάρισα από το όνομα της κόρης του Πελασγού. Το όνομά της δόθηκε και σε δύο πόλεις της Θεσσαλίας, μία παραθαλάσσια και μία στον Πηνειό. Ανηφορίζοντας για την ακρόπολη, συναντάς το ιερό της Ακραίας Ήρας και τον ναό του Απόλλωνα, που λέγεται ότι τον έχτισε πρώτος ο Πυθαέας, όταν ήρθε από τους Δελφούς. Το χάλκινο άγαλμα που υπάρχει σήμερα εκεί, είναι όρθιο και ονομάζεται Απόλλωνας Δειραδιώτης, επειδή και ο τόπος αυτός ονομάζεται Δειράδα. Οι μαντείες, που συνηθίζονται ακόμη μέχρι σήμερα, δίνονται ως εξής. Η προφήτισσα δεν επιτρέπεται να κοιμηθεί με άνδρα. Μια νύχτα κάθε μήνα θυσιάζουν ένα αρνί· μόλις η γυναίκα δοκιμάσει το αίμα του, καταλαμβάνεται από τον θεό. 

[2] Στη συνέχεια του ναού του Δειραδιώτη Απόλλωνα βρίσκεται το ιερό της επονομαζόμενης Αθηνάς Οξυδερκούς, αφιέρωμα του Διομήδη, επειδή, όταν πολεμούσε στο Ίλιο, η θεά αφαίρεσε την ομίχλη από τα μάτια του. Ακολουθεί το στάδιο, στο οποίο διεξάγονται οι αγώνες προς τιμήν του Νεμείου Δία και τα Ηραία. Στ' αριστερά του δρόμου, καθώς ανεβαίνει κανείς στην ακρόπολη, βλέπει κι εδώ μνήμα των παιδιών του Αιγύπτου. Εδώ έχουν ταφεί μόνο τα κεφάλια τους χωριστά από τα σώματα, ενώ το υπόλοιπο σώμα στη Λέρνη· στη Λέρνη έγινε ο φόνος των νέων και μετά τον θάνατο τους οι γυναίκες τους έκοψαν τα κεφάλια, για να αποδείξουν στον πατέρα τους το κατόρθωμά τους. 

[3] Στην κορυφή της Λάρισας υπάρχει ναός χωρίς οροφή του Δία με την επωνυμία Λαρισαίος. Το άγαλμα που ήταν φτιαγμένο από ξύλο δεν ήταν πια στημένο στο βάθρο. Υπάρχει και ναός της Αθηνάς, που αξίζει να δει κανείς. Εδώ ανάμεσα στις αφιερώσεις υπάρχει και ξόανο του Δία που τον παριστάνει με δυο μάτια, όπως γεννιόμαστε, και ένα τρίτο στο μέτωπο. Λένε ότι αυτός είναι ο προγονικός Δίας που είχε στήσει στην ανοιχτή αυλή του ο Πρίαμος, ο γιος του Λαομέδοντα, και ότι μετά την άλωση του Ιλίου ο Πρίαμος κατέφυγε σ' αυτού του αγάλματος τον βωμό. Όταν μοίραζαν τα λάφυρα, αυτός δόθηκε στον Σθένελο, τον γιο του Καπανέα. Έτσι βρέθηκε εδώ αφιερωμένο. 

[4] Τα τρία μάτια θα μπορούσε κανείς να τα εξηγήσει ως εξής. Ότι ο Δίας βασιλεύει στον ουρανό το λένε όλοι οι άνθρωποι· γι' αυτόν που κυβερνά κάτω από τη γη υπάρχει στίχος του Ομήρου, που τον ονομάζει και αυτόν Δία:

Ο Δίας ο καταχθόνιος και η τρομερή Περσεφόνη.

Ο Αισχύλος, ο γιος του Ευφορίωνα, αποκαλεί Δία και τον κυρίαρχο της θάλασσας. Όποιος κι αν ήταν ο δημιουργός του, λοιπόν, τον έφτιαξε με τρία μάτια, γιατί στις λεγόμενες τρεις λήξεις [τρία μέρη του κόσμου] είναι άρχοντας ο ίδιος θεός. 

[5] Από το Άργος υπάρχουν πολλοί δρόμοι που οδηγούν σε διάφορα μέρη της Πελοποννήσου και προς την Τεγέα της Αρκαδίας. Στα δεξιά βρίσκεται το βουνό Λυκώνη που έχει κυρίως κυπαρίσσια και στην κορυφή του βουνού ιερό της Ορθίας Άρτεμης και αγάλματα του Απόλλωνα, της Λητώς και της Άρτεμης φτιαγμένα από λευκό μάρμαρο· λένε πως είναι έργα του Πολυκλείτου. Κατεβαίνοντας από το βουνό, στ' αριστερά της λεωφόρου, βρίσκεται ναός της Άρτεμης. 

[6] Λίγο πιο πέρα στα δεξιά, υψώνεται το βουνό που λέγεται Χάον, που στους πρόποδές του υπάρχουν ήμερα δέντρα και σ' αυτό το μέρος βγαίνουν στην επιφάνεια τα νερά του Ερασίνου. Μέχρι εκεί κυλάνε υπόγεια από τη Στύμφαλο της Αρκαδίας, όπως κυλάνε και οι Ρειτοί από τον Εύριπο μέχρι την Ελευσίνα και τη θάλασσα που υπάρ¬χει εκεί. Στο σημείο του όρους που εκβάλλει ο Ερασίνος προσφέρουν θυσίες στον Διόνυσο και στον Πάνα· για τον Διόνυσο διοργανώνουν και γιορτή που ονομάζεται Τύρβη. 

[7] Ξαναγυρνώντας στον δρόμο προς την Τεγέα, στα δεξιά της περιοχής που λέγεται Τρόχος, βρίσκονται οι Κεγχρεές. Δεν ξέρουν για ποιο λόγο ονομάστηκε έτσι ο τόπος, εκτός κι αν πήρε το όνομά του από τον Κεγχρία, τον γιο της Πειρήνης. Εδώ υπάρχουν και πολυάνδρια για τους Αργείους που νίκησαν σε μάχη τους Λακεδαιμονίους κοντά στις Υσιές. Απ' ό,τι έμαθα, αυτός ο πόλεμος έγινε όταν άρχοντας της Αθήνας ήταν ο Πεισίστρατος, τον τέταρτο χρόνο της εικοστής έβδομης Ολυμπιάδας, στην οποία νίκησε στο στάδιο ο Αθηναίος Ευρύβοτος. Κατεβαίνοντας χαμηλότερα προβάλλουν τα ερείπια των Υσιών, που κάποτε ήταν Αργολική πόλη. Εδώ λένε ότι είχαν πάθει πανωλεθρία οι Λακεδαιμόνιοι.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25

[1] Ο δρόμος που οδηγεί στη Μαντινεία από το Άργος δεν είναι ο ίδιος με εκείνον που οδηγεί στην Τεγέα, αλλά ξεκινάει από την πύλη της Δειράδας. Σ' αυτό τον δρόμο υπάρχει διπλό ιερό, που έχει μία είσοδο στη δύση του ηλίου και άλλη στην ανατολή. Σ' αυτή υπάρχει ξόανο της Αφροδίτης, ενώ στη δυτική του Άρη. Λένε ότι ήταν αφιερώματα του Πολυνείκη και των Αργείων, που είχαν εκστρατεύσει μαζί του για να τον βοηθήσουν.

[2] Προχωρώντας κανείς και αφού διαβεί τον χείμαρρο που λέγεται Χάραδρος, φτάνει στην Οινόη, που καθώς λένε οι Αργείοι πήρε το όνομα της από τον Οινέα. Λένε ότι ο Οινέας ήταν βασιλιάς της Αιτωλίας, αλλά όταν εκδιώχτηκε από τους γιους του Αγρίου, κατέφυγε στον Διομήδη, στο Άργος. Αυτός τον βοήθησε και σε άλλα και εκστρατεύοντας εναντίον της Καλυδωνίας, αλλά του είπε ότι δεν μπορούσε να μείνει εκεί και τον προέτρεψε, αν ήθελε, να τον ακολουθήσει στο Άργος. Και όταν έφτασε τον φρόντισε, όπως είναι φυσικό να φροντίζει κανείς τον πατέρα του πατέρα του, και όταν πέθανε τον έθαψε εκεί. Απ' αυτόν ονομάζουν οι Αργείοι το μέρος Οινόη. 

[3] Πάνω από την Οινόη βρίσκεται το βουνό Αρτεμίσιο. Στην κορυφή του υπάρχει ιερό της Άρτεμης. Στο βουνό αυτό είναι και οι πηγές του Ινάχου. Ο ποταμός αυτός έχει πράγματι πηγές, αλλά τα νερά του δεν κατεβαίνουν πολύ. 

[4] Εδώ δεν βρίσκεται κανένα άλλο αξιοθέατο. Υπάρχει κι άλλος δρόμος που ξεκινάει από τις πύλες της Δειράδας προς τη Λύρκεια. Σ' αυτή την περιοχή λέγεται ότι κατέφυγε ο Λυγκέας, ο μόνος που σώθηκε από τα πενήντα αδέρφια. Όταν λοιπόν σώθηκε, ύψωσε εδώ πυρσό. Γιατί είχε υποσχεθεί στην Υπερμήστρα ότι θα ύψωνε πυρσό, μόλις ξέφευγε από τον Δαναό και έφθανε σε ασφαλές μέρος. Λένε ότι άναψε κι εκείνη άλλο στη Λάρισα, για να δείξει ότι και η ίδια ήταν εκτός κινδύνου. Γι' αυτό οι Αργείοι διεξάγουν κάθε χρόνο τη γιορτή των πυρσών. 

[5] Η περιοχή τότε ονομάστηκε Λυγκεία, αλλά όταν αργότερα εγκαταστάθηκε εκεί ο Λύρκος, που ήταν νόθος γιος του Άβαντα, πήρε το όνομά του. Στη Λύρκεια, ανάμεσα στα μη αξιόλογα πράγματα στα ερείπια, βρίσκεται και εικόνα του Λύρκου πάνω σε στήλη. Η Λύρκεια απέχει περίπου εξήντα στάδια από το Άργος και άλλα τόσα για τις Ορνεές. Την πόλη Λύρκεια, επειδή ήταν έρημη από την εποχή της εκστρατείας των Ελλήνων στο Ίλιο, ο Όμηρος δεν την μνημονεύει στον κατάλογο. Τις Ορνεές όμως —γιατί ακόμα κατοικούνταν— σύμφωνα με τη θέση τους στην Αργολίδα, έτσι τις αναφέρει και στο ποίημά του πριν από τον Φλιούντα και τη Σικυώνα. 

[6] Το όνομα τους το πήραν από τον Ορνέα, τον γιο του Ερεχθέα. Γιος αυτού του Ορνέα ήταν ο Πετεώς, και αυτού ο Μενεσθέας, που με άλλους Αθηναίους συνεργάστηκε με τον Αγαμέμνονα να καταλύσει την εξουσία του Πριάμου. Απ' αυτόν πήρε η πόλη το όνομά της. Οι Αργείοι αργότερα έδιωξαν τους Ορνεάτες και εγκαταστάθηκαν κοντά στους Αργείους. Στις Ορνεές υπάρχει ιερό της Άρτεμης και όρθιο ξόανο, καθώς επίσης ναός αφιερωμένος σε όλους τους θεούς. Πέρα από τις Ορνεές είναι η Σικυωνία και η Φλιασία. 

[7] Ερχόμενος κανείς από το Άργος στην Επιδαυρία, υπάρχει στα δεξιά οικοδόμημα που μοιάζει με πυραμίδα και έχει πάνω του ανάγλυφες παραστάσεις Αργολικών ασπίδων. Λένε ότι σ' αυτή την περιοχή πολέμησε ο Προίτος κατά του Ακρισίου για την εξουσία. Ο αγώνας τους λένε ότι έληξε ισόπαλος και αργότερα συμφιλιώθηκαν, αφού κανένας δεν μπορούσε να επικρατήσει με βεβαιότητα. Λέγεται ότι αυτή ήταν η πρώτη μάχη στην οποία και οι ίδιοι και το στράτευμα ήταν οπλισμένοι με ασπίδες. Για όσους σκοτώθηκαν και από τις δυο πλευρές —γιατί αυτοί ήταν συμπολίτες και συγγενείς— έφτιαξαν κοινό μνημείο. 

[8] Προχωρώντας κανείς από εδώ και παρακάμπτοντας στα δεξιά βλέπει τα ερείπια της Τίρυνθας. Οι Αργείοι έδιωξαν και τους Τιρυνθίους, γιατί θέλησαν να τους κάνουν συνοίκους και να επεκτείνουν το Άργος. Η πόλη πήρε το όνομά της από τον ήρωα Τίρυνθα, που λένε πως είναι γιος του Άργου και εγγονός του Δία. Το τείχος, το μόνο που απομένει από τα ερείπια, είναι έργο των Κυκλώπων κατασκευασμένο από ακατέργαστους βράχους· καθένας ήταν τόσο μεγάλος, ώστε ακόμα και ο μικρότερος δεν θα μπορούσε να μετακινηθεί ούτε από δύο μουλάρια. Μικρές πέτρες έχουν τοποθετηθεί από παλιά ανάμεσα στα κενά, ώστε η καθεμιά να ταιριάζει με τους μεγάλους βράχους. 

[9] Κατεβαίνοντας προς τη θάλασσα, βλέπει εκεί τους θαλάμους, όπου ζούσαν οι κόρες του Προίτου. Επιστρέφοντας στη λεωφόρο, βρίσκεις στ' αριστερά τη Μήδεια. Λένε ότι στη Μήδεια βασίλεψε ο Ηλεκτρύωνας, ο πατέρας της Αλκμήνης. Στην εποχή μου όμως δεν έχουν απομείνει παρά τα θεμέλια των κτιρίων της. 

[10] Στον δρόμο που πάει ευθεία στην Επίδαυρο βρίσκεται η κώμη Λήσσα, στην οποία υπάρχει ναός της Αθηνάς με ξόανο που δεν διαφέρει σε τίποτα από εκείνο της ακρόπολης της Λάρισας. Πάνω από τη Λήσσα είναι το βουνό Αραχναίο, που παλιότερα λεγόταν «σάπυς ελάτων» και πήρε το όνομά του την εποχή του Ινάχου. Εκεί υπάρχουν βωμοί του Δία και της Ήρας, όπου προσφέρουν θυσίες όταν χρειάζονται βροχή.

James Stuart, View of the Temple of Apollo at Corinth. RIBA Library Drawings Collection

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26

[1] Στη Λήσσα βρίσκονται τα σύνορα της Αργολίδας και της Επιδαυρίας. Πριν φτάσει κανείς στην πόλη, φτάνει στο ιερό του Ασκληπιού. Δεν γνωρίζω ποιοι κατοίκησαν εδώ πριν από τον ερχομό του Επιδαύρου σ' αυτή. Ούτε και για τους απογόνους του Επιδαύρου μπόρεσα να πληροφορηθώ από τους ντόπιους. Λένε πως ο τελευταίος βασιλιάς πριν από την κάθοδο των Δωριέων στην Πελοπόννησο, ήταν ο Πιτυρέας, που ήταν απόγονος του Ίωνα, γιου του Ξούθου. Λένε πως αυτός παρέδωσε χωρίς μάχη τη χώρα στον Δηιφόντη και στους Αργείους. 

[2] Ο ίδιος με τους συμπολίτες του έφτασε στην Αθήνα, όπου και εγκαταστάθηκε, ενώ ο Δηιφόντης και οι Αργείοι κατέλαβαν την Επιδαυρία. Αυτοί αποκόπηκαν από τους υπόλοιπους Αργείους, όταν πέθανε ο Τήμενος, γιατί ο Δηιφόντης και η Υρνηθώ εχθρεύονταν τα παιδιά του Τημένου και ο στρατός τους ήταν πιο πιστός στον Δηιφόντη και την Υρνηθώ παρά στον Κείσο και τ' αδέλφια του. Οι Ηλείοι ισχυρίζονται πως ο Επίδαυρος, που έδωσε το όνομά του στη χώρα, ήταν γιος του Πέλοπα. Σύμφωνα όμως με την άποψη των Αργείων και το έπος Μεγάλες Ηοίες, πατέρας του Επιδαύρου ήταν ο Άργος, ο γιος του Δία. Οι Επιδαύριοι πάλι θεωρούν τον Επίδαυρο γιο του Απόλλωνα. 

[3] Η χώρα είναι κατεξοχήν αφιερωμένη στον Ασκληπιό για τον ακόλουθο λόγο. Οι Επιδαύριοι λένε πως ο Φλεγύας ήρθε κάποτε στην Πελοπόννησο με την πρόφαση να δει τη χώρα, αλλά στην πραγματικότητα για να πληροφορηθεί τον αριθμό των κατοίκων και το αν ήταν αξιόμαχο το μεγαλύτερο μέρος τους· γιατί ο Φλεγύας ήταν ο πιο πολεμικός από τους τότε και κατά τις επιδρομές του σε όποιον τύχαινε έκλεβε τους καρπούς και τα κοπάδια. 

[4] Όταν ήρθε στην Πελοπόννησο, τον ακολουθούσε και η κόρη του· ο πατέρας της δεν ήξερε ακόμη ότι ήταν έγκυος από τον Απόλλωνα. Όταν γέννησε στη χώρα των Επιδαυρίων, άφησε το νεογέννητο σ' αυτό το βουνό, που σήμερα το λένε Τίτθιο, ενώ τότε το έλεγαν Μύρτιο. Στο εγκαταλειμμένο παιδί έδινε το γάλα της μια κατσίκα που έβοσκε στο βουνό και το φύλαγε ο σκύλος του κοπαδιού. 

[5] Όταν ο Αρεσθάνας —έτσι λεγόταν ο βοσκός— δεν έβρισκε τον αριθμό των κατσικιών σωστό και επειδή έλειπε και ο σκύλος του, λένε ότι άρχισε να τα αναζητά σε κάθε μέρος. Μόλις τα βρήκε θέλησε να σκοτώσει το βρέφος. Όταν όμως το πλησίασε, είδε ότι από το μωρό πετάχτηκε μια αστραπή και πιστεύοντας ότι είναι κάτι θεϊκό, όπως και ήταν, δεν το έβλαψε. Αμέσως αναγγελλόταν σε στεριά και θάλασσα πως το παιδί αυτό έβρισκε ό,τι είδους θεραπεία ήθελε για τους ασθενείς και ανάσταινε νεκρούς. 

[6] Λέγεται και άλλη ιστορία γι' αυτό το παιδί, πως η Κορωνίδα όταν ήταν έγκυος στον Ασκληπιό κοιμήθηκε με τον Ίσχη, τον γιο του Ελάτου. Τότε η Άρτεμη τη σκότωσε, για να την τιμωρήσει που πρόσβαλε τον Απόλλωνα. Ενώ όμως είχε ανάψει η φωτιά, λέγεται ότι ο Ερμής άρπαξε μέσα από τις φλόγες το παιδί. 

[7] Η τρίτη ιστορία, που ωστόσο μου φαίνεται λιγότερο αληθινή, θεωρεί τον Ασκληπιό γιο της Αρσινόης, της κόρης του Λευκίππου. Γιατί όταν ο Απολλοφάνης ο Αρκάδας πήγε στους Δελφούς και ρώτησε τον θεό αν ο Ασκληπιός ήταν παιδί της Αρσινόης και πολίτης της Μεσσηνίας, η Πυθία χρησμοδότησε ως εξής:

Η γέννησή σου ήταν μεγάλη χαρά για όλους τους θνητούς, Ασκληπιέ,
που σε γέννησε η θυγατέρα του Φλεγύα, αφού έσμιξε μαζί μου,
η ποθητή Κορωνίδα, στα βράχια της Επιδαύρου.

Αυτός ο χρησμός δηλώνει με βεβαιότητα πως ο Ασκληπιός δεν ήταν γιος της Αρσινόης, αλλά το έγραψε ο Ησίοδος ή κάποιος απ' αυτούς που πρόσθεσαν στίχους στα έπη του Ησιόδου, για να ευχαριστήσει τους Μεσσηνίους. 

[8] Άλλη μία απόδειξη ότι ο θεός γεννήθηκε στην Επίδαυρο είναι το εξής. Τα πιο φημισμένα Ασκληπιεία βρίσκω ότι έχουν τις ρίζες τους στην Επίδαυρο. Οι Αθηναίοι, που λένε ότι μύησαν τον Ασκληπιό στα μυστήρια, ονομάζουν αυτή την ημέρα Επιδαύρια και λένε πως απ' αυτό λάτρεψαν τον Ασκληπιό ως θεό. Ο Αρχίας πάλι, γιος του Αρισταίχμου, μετά από σπάσιμο ενώ κυνηγούσε στον Πίνδασο και τη θεραπεία του στην Επιδαυρία, εισήγαγε τη λατρεία του θεού στην Πέργαμο. 

[9] Απ' αυτό της Περγάμου προήλθε στην εποχή μου και το Ασκληπιείο της Σμύρνης δίπλα στη θάλασσα. Στις Βαλάγρες των Κυρηναίων εξάλλου υπάρχει Ασκληπιός με την επωνυμία Ιατρός από την Επίδαυρο κι αυτός. Απ' αυτό της Κυρήνης προέρχεται και το Ασκληπιείο της Λεβήνης στην Κρήτη. Η διαφορά ανάμεσα στους Κυρηναίους και στους Επιδαυρίους είναι ότι οι Κυρηναίοι θυσιάζουν κατσίκια, συνήθεια που δεν υπάρχει στους Επιδαυρίους. 

[10] Ότι ο Ασκληπιός λατρεύτηκε από την αρχή ως θεός και ότι δεν πήρε σταδιακά αυτή τη φήμη, το αποδεικνύουν και τα λόγια του Αγαμέμνονα από τον Μαχάονα στον Όμηρο:

Ταλθύβιε, κάλεσε εδώ όσο το δυνατόν γρηγορότερα τον Μαχάονα,
τον θνητό γιο του Ασκληπιού,

σαν να λέει τον άνθρωπο που γέννησε θεός.


James Stuart, View of the Temple of Apollo at Corinth. RIBA Library Drawings Collection


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27

[1] Το ιερό άλσος του Ασκληπιού έχει ολόγυρα όρια. Μέσα στον περίβολο δεν πεθαίνουν άνθρωποι ούτε γεννούν γυναίκες, όπως συνηθίζεται και στο νησί Δήλο. Όσα θυσιάζονται, είτε προσφέρει θυσία κάποιος Επιδαύριος είτε κάποιος ξένος, τρώγονται στον οριοθετημένο χώρο. Γνωρίζω ότι το ίδιο γίνεται και στην Τιτάνη. 

[2] Το άγαλμα του Ασκληπιού είναι σε μέγεθος το μισό από του Ολύμπιου Δία στην Αθήνα και είναι κατασκευασμένο από ελεφαντόδοντο και χρυσό. Η επιγραφή του μαρτυρεί πως το κατασκεύασε ο Θρασυμήδης από την Πάρο, γιος του Αριγνώτου. Ο θεός κάθεται σε θρόνο κρατώντας ράβδο και το άλλο του χέρι είναι ακουμπισμένο πάνω στο κεφάλι ενός φιδιού. Δίπλα είναι ξαπλωμένος ένας σκύλος. Στον θρόνο υπάρχουν ανάγλυφες παραστάσεις από τους άθλους Αργείων ηρώων, όπως του Βελλεροφόντη με τη Χίμαιρα και του Περσέα να αποκεφαλίζει τη Μέδουσα. Απέναντι από τον ναό είναι ο χώρος όπου κοιμούνται οι ικέτες του θεού. 

[3] Εκεί κοντά είναι χτισμένο και κυκλικό οίκημα από λευκό μάρμαρο, που ονομάζεται Θόλος και αξίζει κανείς να το δει. Μέσα σ' αυτό υπάρχουν ζωγραφιές του Παυσία, που παριστάνουν τον Έρωτα να έχει αφήσει τα βέλη και το τόξο του και να κρατάει λύρα. Εδώ είναι ζωγραφισμένη και η Μέθη, έργο κι αυτό του Παυσία, να πίνει από γυάλινη φιάλη. Θα μπορούσε να δει κανείς στη ζωγραφιά γυάλινη φιάλη και μέσα απ' αυτή το πρόσωπο της γυναίκας. Παλιότερα μέσα στον περίβολο υπήρχαν περισσότερες στήλες, αλλά στις μέρες μου έχουν απομείνει έξι. Πάνω σ' αυτές είναι γραμμένα ονόματα ανδρών και γυναικών που θεραπεύτηκαν από τον Ασκληπιό κι επιπλέον η αρρώστια που είχε καθένας και το πώς θεραπεύτηκε· είναι γραμμένα στη Δωρική διάλεκτο. 

[4] Εκτός από τις άλλες υπάρχει και μια αρχαία στήλη, όπου αναφέρεται πως ο Ιππόλυτος αφιέρωσε στον θεό είκοσι άλογα. Με την επιγραφή αυτής της στήλης συμφωνούν όσα λένε οι Αρικιείς, ότι δηλαδή όταν ο Ιππόλυτος πέθανε από την κατάρα του Θησέα, τον ανάστησε ο Ασκληπιός. Αυτός μόλις επανήλθε στη ζωή, αρνήθηκε να συγχωρέσει τον πατέρα του και αδιαφορώντας για τις παρακλήσεις του πήγε στην Ιταλία, κοντά στους Αρικιείς· βασίλεψε εκεί και αφιέρωσε τέμενος στην Άρτεμη, όπου μέχρι την εποχή μου γίνονται μονομαχίες με το έπαθλο ο νικητής να γίνεται ιερέας της θεάς. Στον αγώνα, όμως, δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν ελεύθεροι πολίτες, αλλά μόνο δούλοι, που απέδρασαν από τους κυρίους τους. 

[5] Μέσα στο ιερό οι Επιδαύριοι έχουν θέατρο, που αξίζει να δει κανείς. Τα θέατρα των Ρωμαίων υπερέχουν απ' όλα τα άλλα στη διακόσμηση, ενώ στο μέγεθος υπερέχει το θέατρο των Αρκάδων στη Μεγαλόπολη. Ποιος όμως αρχιτέκτονας θα ήταν άξιος να συγκριθεί με τον Πολύκλειτο στην αρμονία ή στην ομορφιά; Ο Πολύκλειτος έφτιαξε και το θέατρο και το κυκλικό οίκημα. Μέσα στο άλσος υπάρχει ναός της Άρτεμης, άγαλμα της Ηπιόνης, ιερό της Αφροδίτης και της Θέμιδας, καθώς και στάδιο, κατασκευασμένο με συσσώρευση χώματος, όπως συνηθίζεται στην Ελλάδα· υπάρχει και κρήνη αξιοθέατη για την οροφή και τον υπόλοιπο διάκοσμό της. 

[6] Αυτά που κατασκεύασε στις μέρες μας ο συγκλητικός Αντωνίνος είναι ένα λουτρό του Ασκληπιού κι ένα ιερό των θεών, που ονομάζονται Επιδώτες. Έφτιαξε ακόμα ναό στην Υγεία, στον Ασκληπιό και στον Απόλλωνα που έχουν την επωνυμία Αιγύπτιοι. Υπήρχε και στοά που λεγόταν του Κότυος, της οποίας είχε καταρρεύσει η στέγη και στη συνέχεια καταστράφηκε ολόκληρη, γιατί ήταν φτιαγμένη από άψητες πλίνθους· ανοικοδόμησε λοιπόν και τούτη. Οι Επιδαύριοι, που ζούσαν γύρω από το ιερό ταλαιπωρούνταν, επειδή και οι γυναίκες τους δεν γεννούσαν κάτω από τη στέγη και οι άρρωστοι πέθαιναν στο ύπαιθρο. Για να επανορθώσει την κατάσταση, αυτός έχτισε οικοδόμημα, όπου δεν θεωρείται ανόσιο και οι άνθρωποι να πεθαίνουν και οι γυναίκες να γεννούν. 

[7] Πάνω από το άλσος υψώνονται τα βουνά Τίτθιο και ένα άλλο το λεγόμενο Κυνόρτιο, στο οποίο υπάρχει ιερό του Απόλλωνα Μαλεάτη. Τούτο είναι παλιό· τα άλλα όμως που βρίσκονται γύρω από το ιερό του Μαλεάτη, ακόμα και το κτίσμα της κρήνης, όπου μαζεύεται το νερό που στέλνει ο θεός, τα έχτισε ο Αντωνίνος για τους Επιδαυρίους.




ΚΕΦΑΛΑΙΟ 28


[1] Τα υπόλοιπα φίδια, αλλά κι ένα είδος που έχει ξανθότερο χρώμα, θεωρούνται ιερά πλάσματα του Ασκληπιού, είναι ήμερα προς τους ανθρώπους και ζουν μόνο στη χώρα των Επιδαυρίων. Το ίδιο βρίσκω ότι συμβαίνει και σε άλλες χώρες. Η Λιβύη είναι η μοναδική χώρα με χερσαίους κροκοδείλους που έχουν μήκος όχι λιγότερο από δύο πήχεις. Επίσης μόνο από την Ινδία φέρνουν, ανάμεσα σε άλλα, και παπαγάλους. Οι Επιδαύριοι υποστηρίζουν ότι τα γιγάντια φίδια, που ξεπερνούν στο μήκος τους τριάντα πήχεις, όπως αυτά που ζουν στην Ινδία και τη Λιβύη, είναι άλλο είδος ζώου και όχι φίδια. 

[2] Ανεβαίνοντας στο βουνό Κόρυφο, βλέπει κανείς ελιά, που λέγεται Στρεπτή και η οποία πήρε αυτό το σχήμα, επειδή την έκαμψε ο Ηρακλής με το χέρι του. Δεν ξέρω αν έτσι την έκανε σύνορο της Ασίνης στην Αργολίδα, αφού πουθενά, όταν ερημωθεί μια χώρα, δεν είναι δυνατόν να βρεθούν τα σύνορά της. Στην κορυφή του βουνού υπάρχει ιερό της Κορυφαίας Άρτεμης, που τη μνημονεύει και η Τελέσιλλα σ' ένα ποίημά της. 

[3] Κατεβαίνοντας προς την πόλη της Επιδαύρου υπάρχει τόπος, όπου φυτρώνουν άγριες ελιές. Η περιοχή λέγεται Υρνήθιο. Τα σχετικά μ' αυτό θα τα αναφέρω, όπως τα αφηγούνται οι Επιδαύριοι και όπως είναι φυσικό να έχουν συμβεί. Ο Κείσος και τα υπόλοιπα παιδιά του Τημένου ήξεραν ότι θα λυπήσουν τον Δηιφόντη, αν μπορούσαν να πάρουν με κάποιο τρόπο απ' αυτόν την Υρνηθώ. Ήρθαν λοιπόν στην Επίδαυρο ο Κερύνης και ο Φάλκης, αφού στον Αργαίο, τον νεότερο αδελφό, δεν άρεσαν αυτά. Τούτοι σταμάτησαν το άρμα κάτω από το τείχος και έστειλαν κήρυκα στην αδελφή τους, να έρθει γιατί δήθεν θέλουν να της μιλήσουν. 

[4] Όταν εκείνη υπάκουσε στο κάλεσμά τους, τότε οι νέοι επέρριπταν πολλές κατηγορίες στον Δηιφόντη και την ικέτευαν να επιστρέψει στο Άργος υποσχόμενοι, ανάμεσα σε άλλα, πως θα της δώσουν πολύ καλύτερο σύζυγο από τον Δηιφόντη, άρχοντα περισσότερων ανθρώπων και πλουσιότερης χώρας. Η Υρνηθώ, που ένιωσε θλίψη για όσα της είπαν, τους έδωσε ανάλογη απάντηση. Είπε ότι ο άνδρας της, ο Δηιφόντης, της αρέσει και ότι ήταν άμεμπτος γαμπρός για τον Τήμενο, ενώ εκείνοι θα έπρεπε να αποκαλούνται μάλλον φονιάδες του πατέρα τους παρά παιδιά του. 

[5] Τότε χωρίς άλλη απάντηση την άρπαξαν και ανεβάζοντάς την πάνω στο άρμα έφυγαν. Ένας Επιδαύριος ειδοποίησε τον Δηιφόντη ότι ο Κερύνης και ο Φάλκης έφυγαν παίρνοντας την Υρνηθώ χωρίς τη θέλησή της. Εκείνος έτρεξε όσο το δυνατό γρηγορότερα και οι Επιδαύριοι μαθαίνοντας το συμβάν έσπευδαν να βοηθήσουν. Όταν ο Δηιφόντης τους πρόφτασε, χτυπά και σκοτώνει τον Κερύνη, αλλά φοβήθηκε να ρίξει κατά του Φάλκη που κρατούσε την Υρνηθώ, μήπως αστοχώντας γίνει φονιάς κι εκείνης· πάλεψε λοιπόν μαζί του και προσπάθησε να την ελευθερώσει. Ο Φάλκης όμως αντιστάθηκε τραβώντας την πιο βίαια και, καθώς ήταν έγκυος, τη σκότωσε. 

[6] Μόλις αυτός κατάλαβε τι έκανε στην αδελφή του, οδήγησε μανιασμένα το άρμα και απομακρυνόταν βιαστικά, προτού του επιτεθούν συγκεντρωμένοι οι Επιδαύριοι. Ο Δηιφόντης μαζί με τα παιδιά του —γιατί είχε αποκτήσει προηγουμένως γιους, τον Αντιμένη, τον Ξάνθιππο και τον Αργείο, και μία κόρη, την Ορσοβία, που λένε ότι αργότερα παντρεύτηκε τον Πάμφυλο, γιο του Αιγιμίου — πήραν το άψυχο κορμί της Υρνηθώς και το μετέφεραν στο σημείο, που αργότερα ονομάστηκε Υρνήθιο. 

[7] Εκείνοι που έφτιαξαν το ηρώο της απέδωσαν και άλλες τιμές και ακόμη καθιέρωσαν τη συνήθεια ό,τι σπάει από τις ελιές που είναι εκεί φυτρωμένες ή από άλλο δέντρο που βρίσκεται μέσα σ' αυτό κανένας να μην τα παίρνει στο σπίτι του και να μην τα χρησιμοποιεί με άλλο τρόπο, αλλά να τα αφήνουν εκεί αφιερωμένα στην Υρνηθώ. 

[8] Κοντά στην πόλη υπάρχει μνήμα της Μέλισσας, της γυναίκας του Περιάνδρου, γιου του Κυψέλου, και άλλο του Προκλή, πατέρα της Μέλισσας. Αυτός ήταν τύραννος στην Επίδαυρο, όπως ο γαμπρός του Περίανδρος στην Κόρινθο.

το 1996, η ολυμπιακή φλόγα περνούσε από την Αρχαία Κόρινθο πριν ολοκληρώσει το ταξίδι της στην Ατλάντα των ΗΠΑ για τους Αγώνες της 26ης Ολυμπιάδας

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 29

[1] Στην ίδια την πόλη της Επιδαύρου μνημονεύονται τα εξής αξιόλογα. Υπάρχει τέμενος του Ασκληπιού και αγάλματα του θεού και της Ηπιόνης, η οποία λένε πως ήταν γυναίκα του Ασκληπιού. Είναι από μάρμαρο της Πάρου και βρίσκονται στο ύπαιθρο. Υπάρχουν στην πόλη και ναοί του Διονύσου και άλσος της Άρτεμης· το άγαλμά της την παριστάνει να κυνηγά. Υπάρχει και ιερό της Αφροδίτης. Το άλλο ιερό στο λιμάνι, σε ακρωτήριο που βγαίνει στη θάλασσα λένε ότι είναι της Ήρας. Στην ακρόπολη υπάρχει αξιοθέατο ξόανο της Αθηνάς, που έχει την επωνυμία Κισσαία. 

[2] Το νησί απέναντι από την Επιδαυρία κατοικείται από Αιγινήτες. Λένε ότι σ' αυτό δεν υπήρχαν εξαρχής άνθρωποι. Όταν ο Δίας έφερε στο ερημονήσι την Αίγινα, την κόρη του Ασωπού, πήρε το όνομα αυτό, αντί για Οινώνη· κι όταν μεγάλωσε ο Αιακός και ζήτησε από τον Δία να στείλει κατοίκους, λένε πως ο Δίας έβγαλε ανθρώπους από τη γη. Εκτός από τον Αιακό δεν μιλούν για άλλο βασιλιά, γιατί δεν γνωρίζουμε κανένα από τους γιους του Αιακού που έμεινε στο νησί, γιατί ο Πηλέας και ο Τελαμώνας συνέβη να εξοριστούν για τον φόνο του Φώκου, ενώ οι γιοι του Φώκου εγκαταστάθηκαν στην περιοχή γύρω από τον Παρνασσό, που τώρα ονομάζεται Φωκίδα. 

[3] Το όνομα προϋπήρχε ήδη στη χώρα, γιατί ο Φώκος, γιος του Ορνυτίωνα, είχε εγκατασταθεί εκεί μια γενιά νωρίτερα. Την εποχή αυτού του Φώκου μόνο η χώρα γύρω από την Τιθορέα και τον Παρνασσό ονομαζόταν Φωκίδα. Στα χρόνια του Αιακού όμως το όνομα αυτό δόθηκε σ' όλη την περιοχή, απ' αυτούς που συνόρευαν με τους Μίνυες του Ορχομενού μέχρι τη Σκάρφεια των Λοκρών. 

[4] Οι βασιλιάδες της Ηπείρου κατάγονταν από τον Πηλέα, αλλά για τα παιδιά του Τελαμώνα [λένε τα εξής]. Η γενιά του Αίαντα ήταν ασήμαντη, γιατί αυτός έζησε ως ιδιώτης. Μόνο ο Μιλτιάδης, αρχηγός των Αθηναίων στον Μαραθώνα, και ο γιος του Μιλτιάδη, ο Κίμωνας, δοξάστηκαν. Οι Τευκρίδες έμειναν βασιλιάδες στην Κύπρο μέχρι την εποχή του Ευαγόρα. Ο ποιητής Άσιος λέει ότι ο Φώκος απέκτησε τον Πανοπέα και τον Κρίσο. Γιος του Πανοπέα ήταν ο Επειός, που καθώς λέει ο Όμηρος κατασκεύασε τον δούρειο ίππο. Τρίτος απόγονος του Κρίσου ήταν ο Πυλάδης, γιος του Στροφίου, γιου του Κρίσου, και της Αναξιβίας, της αδελφής του Αγαμέμνονα. Αυτά λοιπόν είναι τα γένη των λεγόμενων Αιακιδών, από την αρχή όμως έφυγαν από την Αίγινα. 

[5] Λίγο αργότερα, ένα μέρος των Αργείων, που είχε κυριέψει με τον Δηιφόντη την Επίδαυρο, πέρασε στην Αίγινα, εγκαταστάθηκε κοντά στους αρχαίους Αιγινήτες και καθιέρωσε στο νησί τα έθιμα και τη διάλεκτο των Δωριέων. Οι Αιγινήτες απέκτησαν μεγάλη δύναμη, ώστε να γίνουν στη ναυτική δύναμη ισχυρότεροι κι από τους Αθηναίους και κατά τους Μηδικούς πολέμους να συνεισφέρουν τα περισσότερα πλοία μετά τους Αθηναίους. Η ευτυχία τους όμως δεν κράτησε για πάντα. Όταν τους έδιωξαν οι Αθηναίοι, εγκαταστάθηκαν στη Θυρέα της Αργολίδας, που τους παραχώρησαν οι Λακεδαιμόνιοι. Ανακατέλαβαν το νησί τους, όταν οι Αθηναϊκές τριήρεις πιάστηκαν κοντά στον Ελλήσποντο, δεν κατάφεραν όμως να αποκτήσουν πάλι τον ίδιο πλούτο και την ίδια δύναμη. 

[6] Η Αίγινα είναι το πιο απροσπέλαστο από τα νησιά της Ελλάδας, γιατί έχει γύρω του πολλούς ύφαλους και σκοπέλους. Λένε ότι επίτηδες ο Αιακός μηχανεύτηκε τού¬το, από τον φόβο των ληστρικών επιδρομών από τη θάλασσα και για να είναι το νησί επικίνδυνο για τους εχθρούς. Κοντά στο λιμάνι, στο οποίο συνήθως αγκυροβολούν, υπάρχει ναός της Αφροδίτης. Στο πιο εξέχον σημείο της πόλης υπάρχει το λεγόμενο Αιάκειο, τετράγωνος περίβολος από λευκό μάρμαρο. 

[7] Στην είσοδο του υπάρχουν ανάγλυφες παραστάσεις όσων στάλθηκαν από τους Έλληνες στον Αιακό. Ο λόγος είναι αυτός που αναφέρουν οι Αιγινήτες και οι υπόλοιποι Έλληνες. Η Ελλάδα κάποτε υπέφερε από ξηρασία και ο θεός δεν έστελνε βροχή ούτε στη χώρα έξω από τον ισθμό ούτε στην Πελοπόννησο, ωσότου έστειλαν αντιπροσωπία στους Δελφούς να ρωτήσουν για την αιτία και να ζητήσουν τη λύση της συμφοράς. Η Πυθία τους είπε ότι πρέπει να εξευμενίσουν τον Δία και ότι για να εισακουστούν θα έπρεπε να προσευχηθεί ο Αιακός. 

[8] Έτσι κάθε πόλη έστειλε πρεσβευτές στον Αιακό για να τον παρακαλέσουν και εκείνος, αφού θυσίασε και προσευχήθηκε στον Πανελλήνιο Δία, έκανε να βρέξει στην Ελλάδα. Έτσι έφτιαξαν οι Αιγινήτες εικόνες αυτών που πήγαν στον Αιακό. Μέσα στον περίβολο υπάρχουν από παλιά ελιές και βωμός, που δεν εξέχει πολύ από τη γη. Υπάρχει μυστική παράδοση πως αυτός ο βωμός είναι και μνήμα του Αιακού. 

[9] Κοντά στο Αιάκειο βρίσκεται ο τάφος του Φώκου, ένας χωμάτινος λόφος που περιβάλλεται από κυκλική βάση. Πάνω του έχουν τοποθετήσει ακατέργαστο βράχο. Όταν ο Τελαμώνας και ο Πηλέας προκάλεσαν τον Φώκο σε αγώνα πεντάθλου και ήρθε η σειρά του Πηλέα να πετάξει την πέτρα, που χρησιμοποιούσαν αντί για δίσκο, επίτηδες πετυχαίνει τον Φώκο. Το έκαναν για να ευχαριστήσουν τη μητέρα τους, γιατί αυτοί είχαν γεννηθεί από την κόρη του Σκίρωνα, ενώ ο Φώκος όχι απ' αυτή, αλλά από κάποια αδελφή της Θέτιδας, αν όσα λένε οι Έλληνες είναι ορθά. Μου φαίνεται, λοιπόν, ότι ο Πυλάδης σκότωσε τον Νεοπτόλεμο γι' αυτό τον λόγο και όχι μόνο για τη φιλία του με τον Ορέστη. 

[10] Όταν ο Φώκος σκοτώθηκε χτυπημένος από τον δίσκο, τα παιδιά της Ενδηίδας επιβιβάστηκαν σ' ένα καράβι κι έφυγαν. Αργότερα ο Τελαμώνας στέλνοντας κήρυκα αρνιόταν ότι είχε σχεδιάσει τον θάνατο του Φώκου, αλλά ο Αιακός δεν του επέτρεψε να αποβιβαστεί στο νησί και του είπε, αν ήθελε, να απολογηθεί από το καράβι ή από επιχωμάτωση στη θάλασσα. Έτσι κατέπλευσε στο λιμάνι που λέγεται Κρυπτό και τη νύχτα έκανε επιχωμάτωση, που ολοκληρώθηκε και υπάρχει μέχρι σήμερα. Επειδή όμως κρίθηκε ένοχος για τον φόνο του Φώκου, έφυγε για δεύτερη φορά στη Σαλαμίνα. 

[11] Όχι μακριά από το λιμάνι Κρυπτό υπάρχει θέατρο που αξίζει να δει κανείς, γιατί είναι όμοιο στο μέγεθος και στην υπόλοιπη κατασκευή του με αυτό των Επιδαυρίων. Πίσω απ' αυτό είναι χτισμένη η μία πλευρά ενός σταδίου, που στηρίζει το θέατρο, αλλά και η ίδια χρησιμοποιεί το θέατρο ως στήριγμα.




ΚΕΦΑΛΑΙΟ 30

[1] Από τους ναούς που δεν απέχουν πολύ μεταξύ τους, ο ένας είναι του Απόλλωνα, ο άλλος της Άρτεμης και ο τρίτος του Διονύσου. Το ξόανο του Απόλλωνα που τον παριστάνει γυμνό είναι τοπικής προέλευσης. Η Άρτεμη είναι ντυμένη με εσθήτα, το ίδιο και ο Διόνυσος, που απεικονίζεται γενειοφόρος. Στο ιερό του Ασκληπιού, που βρίσκεται σε άλλο σημείο και όχι εδώ, υπάρχει μαρμάρινο καθιστό άγαλμα του θεού. 

[2] Οι Αιγινήτες τιμούν πιο πολύ από τους θεούς την Εκάτη και διεξάγουν κάθε χρόνο τελετή της Εκάτης, που λένε ότι την καθιέρωσε ο Ορφέας ο Θράκας. Μέσα στον περίβολο υπάρχει ναός και ξόανο, έργο του Μύρωνα, με ένα πρόσωπο και ένα σώμα. Νομίζω ότι πρώτος ο Αλκαμένης κατασκεύασε τρία αγάλματα της Εκάτης ενωμένα μεταξύ τους σ' ένα, που οι Αθηναίοι ονομάζουν Επιπυργιδία· είναι τοποθετημένο κοντά στον ναό της Απτέρου Νίκης. 

[3] Στην Αίγινα, καθώς πλησιάζει κανείς το βουνό του Πανελλήνιου Δία, συναντά το ιερό της Αφαίας, για την οποία ο Πίνδαρος συνέθεσε άσμα στους Αιγινήτες. Οι Κρήτες λένε —γιατί τα σχετικά μ' αυτή είναι ντόπια παράδοση— ότι ο Καρμάνορας, που εξάγνισε τον Απόλλωνα μετά τον φόνο του Πύθωνα, ήταν γιος του Ευβούλου και ότι από τον Δία και την Κάρμη, κόρη του Ευβούλου, γεννήθηκε η Βριτόμαρτις, που χαιρόταν να τρέχει και να κυνηγάει και η οποία ήταν φίλη της Άρτεμης. Για να ξεφύγει από τον Μίνωα που την ερωτεύτηκε, ρίχτηκε σε δίχτυα, που είχαν αφεθεί για να πιάσουν ψάρια. Η Άρτεμη την έκανε θεά και τη λατρεύουν όχι μόνο οι Κρήτες αλλά και οι Αιγινήτες, που υποστηρίζουν πως εμφανίζεται στο νησί τους η Βριτόμαρτις. Οι Αιγινήτες της δίνουν την επωνυμία Αφαία και οι Κρήτες Δίκτυννα. 

[4] Το Πανελλήνιο, εκτός από το ιερό του Δία, δεν έχει τίποτε άλλο αξιόλογο. Λένε ότι αυτό το ιερό το έχτισε για τον Δία ο Αιακός. Τα σχετικά με την Αυξησία και τη Δαμία, ότι ο θεός δεν έστελνε βροχή στην Επίδαυρο, ότι τα ξόανα αυτά τα έφτιαξαν από ξύλα ελιάς που πήραν, όπως όριζε ο χρησμός, από τους Αθηναίους, ότι οι Επιδαύριοι δεν έδιναν στους Αθηναίους όσα είχαν συμφωνήσει, γιατί τα αγάλματα τα είχαν πάρει οι Αιγινήτες, και ότι όσοι Αθηναίοι πέρασαν στην Αίγινα, για να τα αρπάξουν, σκοτώθηκαν, επειδή αυτά τα έχει γράψει ο Ηρόδοτος λεπτομερώς και με ακρίβεια, σκέφτομαι να μην επαναλάβω ό,τι έχει καλά ειπωθεί, εκτός απ' αυτό, ότι είδα τα αγάλματα και θυσίασα σ' αυτά, όπως συνηθίζουν να θυσιάζουν στην Ελευσίνα. 

[5] Αυτά είχα να πω για την Αίγινα, εξαιτίας του Αιακού και των έργων του. Μετά την Επιδαυρία ζουν οι Τροιζήνιοι, που καυχώνται όπως και άλλοι για την τοπική ιστορία τους. Λένε, λοιπόν, ότι πρώτος έζησε στη χώρα τους ο Ώρος. Το όνομα Ώρος εμένα τουλάχιστον μου φαίνεται Αιγυπτιακό και καθόλου Ελληνικό. Λένε ότι αυτός βασίλεψε και ότι απ' αυτόν ονομάστηκε η χώρα τους Ωραία και ότι, όταν τον διαδέχτηκε στην εξουσία ο Άλθηπος, γιος του Ποσειδώνα και της Ληίδας, κόρης του Ώρου, η χώρα ονομάστηκε Αλθηπία. 

[6] Στα χρόνια της βασιλείας του λένε ότι η Αθηνά κι ο Ποσειδώνας διεκδίκησαν τη χώρα και τη μοιράστηκαν, γιατί έτσι τους πρόσταξε ο Δίας. Γι' αυτό λατρεύουν την Αθηνά Πολιάδα, που την αποκαλούν και Σθενιάδα, και τον Ποσειδώνα με την επωνυμία Βασιλέα. Τα αρχαία τους νομίσματα μάλιστα έχουν έμβλημα την τρίαινα και το πρόσωπο της Αθηνάς. 

[7] Μετά τον Άλθηπο βασιλιάς έγινε ο Σάρωνας. Έλεγαν ότι αυτός έχτισε το ιερό της Σαρωνίδας Άρτεμης δίπλα σε θάλασσα τελματώδη και ρηχή, που λέγεται γι' αυτό Φοιβαία Λίμνη. Ο Σάρωνας, που αγαπούσε πολύ το κυνήγι, καθώς κυνηγούσε ένα ελάφι, έπεσε στη θάλασσα μαζί μ' αυτό που ρίχτηκε σ' αυτή για να ξεφύγει. Το ελάφι κολυμπούσε και απομακρυνόταν από τη στεριά και, ο Σάρωνας συνέχιζε το κυνήγι, ώσπου από τον ζήλο του βρέθηκε στο πέλαγος. Κουρασμένος καθώς ήταν και περιβαλλόμενος από τα κύματα, τον βρήκε το μοιραίο. Το πτώμα του, που βγήκε στη Φοιβαία λίμνη, το έθαψαν στο άλσος της Άρτεμης, μέσα στον ιερό περίβολο. Από τότε ονόμασαν τη θάλασσα αυτή Σαρωνίδα λίμνη αντί για Φοιβαία. 

[8] Δεν ξέρουν τους κατοπινούς βασιλιάδες μέχρι τον Υπέρητα και τον Άνθα. Αυτοί, λένε, ήταν γιοι του Ποσειδώνα και της κόρης του Άτλαντα Αλκυόνης και ίδρυσαν στη χώρα τις πόλεις Υπέρεια και Άνθεια. Όταν ο γιος του Άνθα, ο Αέτιος, κληρονόμησε την εξουσία από τον πατέρα και τον θείο του, έδωσε σε μία από τις πόλεις το όνομα Ποσειδωνιάδα. Όταν πάλι ήρθαν κοντά στον Αέτιο ο Τροίζηνας και ο Πιτθέας, ανέλαβαν την εξουσία τρεις βασιλιάδες αντί για έναν, αλλά τα παιδιά του Πέλοπα ήταν ισχυρότερα. 

[9] Αυτό αποδεικνύεται κι από το εξής: όταν πέθανε ο Τροίζηνας, ο Πιτθέας συγκέντρωσε τους κατοίκους στη σημερινή πόλη, που την ονόμασε Τροιζήνα από τον αδελφό του, ενώνοντας την Υπέρεια και την Άνθεια. Πολλά χρόνια αργότερα οι απόγονοι του Αετίου, γιου του Άνθα, στάλθηκαν σε αποικία από την Τροιζήνα και αποίκισαν την Αλικαρνασσό στην Καρία και τη Μύνδο. Τα παιδιά του Τροιζήνα, ο Ανάφλυστος και ο Σφήττος, μετοίκησαν στην Αττική και έδωσαν τα ονόματά τους σ' αυτούς τους δήμους. Δεν θα γράψω τα σχετικά με τον Θησέα, τον εγγονό του Πιτθέα από την κόρη του, αφού είναι ήδη γνωστά. Πρέπει όμως να προσθέσω κάτι ακόμη. 

[10] Όταν κατέβηκαν στην Πελοπόννησο οι Ηρακλείδες, οι Τροιζήνιοι δέχτηκαν Δωριείς ως συνοίκους από το Άργος, που παλιότερα ήταν υποτελείς των Αργείων· αυτοί, όπως λέει ο Όμηρος στον κατάλογο, είχαν αρχηγό τον Διομήδη. Γιατί ο Διομήδης και ο Ευρύαλος, ο γιος του Μηκιστέα, που ήταν επίτροποι του Κυανίππου, γιου του Αιγιαλέα, που ήταν ακόμη παιδί, ήταν αρχηγοί των Αργείων στην Τροία. Ο Σθένελος, όπως έχω ήδη αναφέρει, είχε λαμπρή καταγωγή, από τους λεγόμενους Αναξαγορίδες και η βασιλεία του Άργους ανήκε κυρίως σ' αυτόν. Τούτα είχα να πω για τους Τροιζηνίους, εκτός από τις πόλεις που θεωρούνται αποικίες τους. Τώρα λοιπόν θα προχωρήσω στην κατασκευή των ιερών και στα αξιοθέατα.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 31
[1] Στην αγορά των Τροιζηνίων υπάρχει ναός με αγάλματα της Σωτείρας Άρτεμης. Λένε ότι ο Θησέας καθιέρωσε τη λατρεία της και την ονόμασε Σώτειρα, όταν επέστρεψε από την Κρήτη νικητής κατά του γιου του Μίνωα, του Αστερίωνα. Θεώρησε αυτόν τον άθλο πιο σημαντικό απ' όλους, όχι τόσο, νομίζω, επειδή ο Αστερίωνας ξεχώριζε στη γενναιότητα από τα υπόλοιπα θύματα του Θησέα, όσο επειδή το ότι ήταν εξαιρετικά δύσκολο να βγει από τον λαβύρινθο και το ότι απέδρασε χωρίς να τον καταλάβουν, έκανε πιστευτό τον θρύλο ότι σώθηκε χάρη σε θεϊκή βοήθεια και ο ίδιος ο Θησέας και όσοι ήταν μαζί του. 

[2] Στον ναό αυτό υπάρχουν βωμοί των θεών, που λέγεται ότι κυβερνούν στον κάτω κόσμο. Λένε ότι σ' αυτό το σημείο έφερε τη Σεμέλη από τον Άδη ο Διόνυσος και ο Ηρακλής ανέβασε τον σκύλο του Άδη. Εγώ πιστεύω ότι η Σεμέλη δεν είχε πεθάνει ποτέ, αφού ήταν σύζυγος του Δία. Όσο για τον σκύλο του Άδη, όπως τον λένε, θα αναφέρω αλλού όσα πιστεύω. 

[3] Πίσω από τον ναό είναι το μνήμα του Πιτθέα. Πάνω του βρίσκονται τρεις θρόνοι από λευκό μάρμαρο. Λένε ότι απ' αυτούς τους θρόνους δίκαζε ο Πιτθέας μαζί με άλλους δυο άνδρες. Κοντά εκεί βρίσκεται ιερό των Μουσών. Λένε ότι το έχτισε ο γιος του Ηφαίστου, ο Άρδαλος. Πιστεύουν ότι αυτός ο Άρδαλος εφεύρε τον αυλό και γι' αυτό αποκαλούν τις Μούσες Αρδαλίδες. Εδώ λένε ότι δίδαξε ο Πιτθέας την τέχνη του λόγου. Διάβασα και ο ίδιος κάποιο βιβλίο που έγραψε ο Πιτθέας και το εξέδωσε κάποιος από την Επίδαυρο. Σε μικρή απόσταση από το Μουσείο βρίσκεται αρχαίος βωμός, αφιερωμένος και αυτός, όπως λένε, στον Άρδαλο. Εκεί θυσιάζουν στις Μούσες και στον Ύπνο, επειδή θεωρούν τον Ύπνο αγαπητό στις Μούσες. 

[4] Κοντά στο θέατρο ο Ιππόλυτος έφτιαξε ναό της Λυκείας Άρτεμης. Δεν μπόρεσα να μάθω τίποτα γι' αυτή την επωνυμία από τους εξηγητές. Πιστεύω, όμως, ή ότι ο Ιππόλυτος έδιωξε λύκους που προκαλούσαν καταστροφές στην Τροιζηνία ή ότι η επωνυμία αυτή της Άρτεμης δόθηκε από τις Αμαζόνες, με τις οποίες συγγένευε ο Ιππόλυτος από τη μητέρα του. Ίσως να υπάρχει κι άλλη εξήγηση που δεν γνωρίζω. Ο αποκαλούμενος ιερός βράχος, που βρίσκεται μπροστά στον ναό, λένε πως είναι αυτός που πάνω του εξαγνίστηκε ο Ορέστης από εννέα Τροιζηνίους, για τον φόνο της μητέρας του. 

[5] Κοντά στη Λυκεία Άρτεμη υπάρχουν βωμοί που δεν απέχουν πολύ ο ένας από τον άλλο. Ο πρώτος απ' αυτούς είναι του Διονύσου, που σύμφωνα με κάποιο χρησμό, του δόθηκε η επίκληση Σαώτης, ο δεύτερος ονομάζεται των Θέμιδων· τον αφιέρωσε ο Πιτθέας, καθώς λένε. Πολύ σωστά μου φαίνεται ότι έκαναν και ένα βωμό στον Ήλιο τον Ελευθέριο, γιατί διέφυγαν από την υποδούλωση στον Ξέρξη και στους Πέρσες. 

[6] Λένε ότι το ιερό του Απόλλωνα του Θεαρίου το έχτισε ο Πιτθέας και είναι το αρχαιότερο απ' όσα γνωρίζω. Έχουν και οι Φωκαείς στην Ιωνία αρχαίο ναό της Αθηνάς, που κάποτε έκαψε ο Μήδος Άρπαγος, και οι Σάμιοι αρχαίο ναό του Πυθίου Απόλλωνα· είναι όμως μεταγενέστεροι από τον ναό των Τροιζηνίων. Το άγαλμα που υπάρχει σήμερα εκεί είναι ανάθημα του Αυλίσκου, έργο του Τροιζηνίου Έρμωνα, του οποίου είναι και τα ξόανα των Διοσκούρων. 

[7] Σε μια στοά της αγοράς υπάρχουν μαρμάρινες γυναίκες και παιδιά. Πρόκειται για τις γυναίκες και τα παιδιά που έδωσαν οι Αθηναίοι στους Τροιζηνίους για να τα σώσουν, όταν θέλησαν να εγκαταλείψουν την πόλη και να μην αντιμετωπίσουν την επίθεση των Μήδων με πεζικό. Λέγεται ότι δεν έχουν ανατεθεί οι εικόνες όλων των γυναικών —γιατί δεν είναι πολλές—, αλλά μόνο όσων ξεχώριζαν για την καταγωγή τους. 

[8] Μπροστά από το ιερό του Απόλλωνα υπάρχει οικοδόμημα, που λέγεται σκηνή του Ορέστη. Γιατί πριν να εξαγνιστεί από το αίμα της μητέρας του, κανένας Τροιζήνιος δεν ήθελε να τον δεχτεί σπίτι του· έτσι, αφού τον έβαλαν εκεί, τον υπέβαλαν σε καθαρμό και του έστελναν φαγητό, ώσπου τον εξάγνισαν. Οι απόγονοι αυτών που έκαναν τους καθαρμούς δειπνούν εδώ σε ορισμένες μέρες. Έθαψαν κοντά στη σκηνή ό,τι χρησιμοποιήθηκε στον καθαρμό και λένε ότι απ' αυτά φύτρωσε μια δάφνη, που υπάρχει και στις μέρες μας· είναι αυτή μπροστά από τη σκηνή. 

[9] Λένε ακόμα ότι ο καθαρμός του Ορέστη έγινε και με άλλο τρόπο και με νερό από την κρήνη του Ίππου. Έχουν και οι Τροιζήνιοι κρήνη που λέγεται του Ίππου και ο σχετικός μύθος δεν είναι διαφορετικός από των Βοιωτών. Συμφωνούν κι αυτοί ότι το νερό ανάβλυσε από τη γη, όταν το άλογο Πήγασος χτύπησε με την οπλή του το έδαφος και ότι ο Βελλεροφόντης είχε έρθει στην Τροιζήνα για να ζητήσει σε γάμο την Αίθρα από τον Πιτθέα, αλλά προτού την παντρευτεί εξορίστηκε από την Κόρινθο. 

[10] Εδώ βρίσκεται και ο Ερμής που λέγεται Πολύγιος. Σ' αυτό το άγαλμα λένε ότι ακούμπησε ο Ηρακλής το ρόπαλό του, που ήταν από άγρια ελιά, και εκεί, αν το πιστεύει κανείς, φύτρωσε στη γη και βλάστησε πάλι· υπάρχει εκεί ακόμη μια άγρια ελιά. Λένε πως ο Ηρακλής έφτιαξε το ρόπαλο κόβοντας μια αγριελιά, που βρήκε στη θάλασσα της Σαρωνίδας. Υπάρχει και ένα ιερό του Δία με την επωνυμία Σωτήρας. Λένε ότι το έφτιαξε όταν ήταν βασιλιάς ο Αέτιος, γιος του Άνθα. Ένα μικρό ποτάμι το λένε Χρυσορόα. Όταν υπέφεραν από ξηρασία, που κρατούσε εννέα χρόνια, και ο θεός δεν έστελνε βροχή, λένε ότι στέρεψαν όλα τα νερά, εκτός από τον Χρυσορόα, που κυλούσε όπως πάντα.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 32

[1] Το λαμπρότερο τέμενος είναι αφιερωμένο στον Ιππόλυτο, τον γιο του Θησέα. Μέσα σ' αυτό υπάρχει ναός και αρχαίο άγαλμα. Λένε ότι τα έχτισε ο Διομήδης κι ότι πρώτος αυτός πρόσφερε θυσία στον Ιππόλυτο. Οι Τροιζήνιοι έχουν ιερέα του Ιππολύτου, που διατηρεί το αξίωμά του για όλη του τη ζωή και έχουν καθιερώσει ετήσιες θυσίες, κάνουν και το εξής: κάθε κορίτσι κόβει μια πλεξίδα από τα μαλλιά του πριν από τον γάμο και την αφιερώνει στον ναό του. Δεν δέχονται ότι αυτός σκοτώθηκε όταν τον έσυραν τα άλογα ούτε δείχνουν τον τάφο του, μολονότι τον ξέρουν. Πιστεύουν ότι ο Ιππόλυτος είναι στον ουρανό ο αστερισμός ο λεγόμενος ηνίοχος, που οι θεοί τον τίμησαν μ' αυτό τον τρόπο. 

[2] Μέσα στον περίβολο αυτό υπάρχει ναός του Επιβατηρίου Απόλλωνα, αφιέρωμα του Διομήδη, γιατί γλίτωσε από τη θύελλα, που κατέστρεψε τους Έλληνες στην επιστροφή από το Ίλιο. Λένε ότι πρώτος ο Διομήδης καθιέρωσε τους Πυθικούς αγώνες προς τιμή του Απόλλωνα. Για τη Δαμία και την Αυξησία, που τιμούν και οι Τροιζήνιοι, λέγουν μύθο που δεν μοιάζει με αυτό των Επιδαυρίων και των Αιγινητών, αλλά ισχυρίζονται πως ήταν παρθένες που ήρθαν από την Κρήτη. Όταν όλοι οι κάτοικοι της πόλης ξεσηκώθηκαν, λένε ότι και αυτές σκοτώθηκαν με λιθοβολισμό από τους αντιπάλους και προς τιμήν τους διεξάγουν γιορτή, που ονομάζουν Λιθοβολία. 

[3] Στην άλλη μεριά του περιβόλου είναι το λεγόμενο στάδιο του Ιππολύτου και πάνω απ' αυτό ναός της Κατασκοπίας Αφροδίτης, γιατί από εδώ, όταν ο Ιππόλυτος γυμναζόταν, τον κρυφοκοίταγε ερωτευμένη η Φαίδρα. Εδώ φυτρώνει η μυρτιά που τα φύλλα της, όπως ανέφερα και προηγουμένως, είναι διάτρητα. Όταν η Φαίδρα ερχόταν σε απόγνωση που δεν μπορούσε να βρει λυτρωμό από τον έρωτά της, κατέστρεφε τα φύλλα αυτής της μυρτιάς. 

[4] Ο τάφος της Φαίδρας είναι κοντά στο μνήμα του Ιππολύτου, που αποτελείται από σωρό χώματος σε μικρή απόσταση από τη μυρτιά. Το άγαλμα του Ασκληπιού είναι έργο του Τιμόθεου· όμως οι Τροιζήνιοι ισχυρίζονται ότι είναι εικόνα του Ιππολύτου. Είδα ο ίδιος και το σπίτι του Ιππολύτου. Μπροστά απ' αυτό βρίσκεται η λεγόμενη Ηράκλεια κρήνη, επειδή, όπως λένε οι Τροιζήνιοι, την ανακάλυψε πρώτος ο Ηρακλής. 

[5] Στην ακρόπολη βρίσκεται ναός της λεγόμενης Σθενιάδας Αθηνάς. Το ξόανο της θεάς είναι έργο του Αιγινήτη Κάλλωνα, που ήταν μαθητής του Τεκταίου και του Αγγελίωνα, που έφτιαξαν το άγαλμα του Απόλλωνα για τους Δηλίους· ο Αγγελίωνας και ο Τεκταίος είχαν δασκάλους τον Δίποινο και τον Σκύλλη. 

[6] Κατεβαίνοντας από κει υπάρχει ιερό του Λυτηρίου Πάνα, που φανέρωσε όνειρα στους άρχοντες της Τροιζηνίας αποκαλύπτοντας τη θεραπεία για την επιδημία, που μάστιζε αυτούς και περισσότερο τους Αθηναίους. Περνώντας από κει, θα μπορούσες να δεις και στην Τροιζηνία ναό της Ίσιδας και πέρα απ' αυτόν της Ακραίας Αφροδίτης. Ο ένας είναι αφιέρωμα των Αλικαρνασσέων στη μητρόπολή τους, την Τροιζήνα, ενώ το άγαλμα της Ίσιδας είναι ανάθημα του δήμου των Τροιζηνίων. 

[7] Προχωρώντας στον ορεινό δρόμο προς την Ερμιόνη συναντά κανείς την πηγή του ποταμού Υλλικού, που αρχικά ονομαζόταν Ταύριος. Εκεί είναι και ο λεγόμενος βράχος του Θησέα, που μετονομάστηκε έτσι όταν ο Θησέας πήρε κάτω απ' αυτόν το ξίφος και τα πέδιλα του Αιγέα· παλιότερα ονομαζόταν βωμός του Σθενίου Δία. Κοντά στον βράχο είναι το ιερό της Νυμφίας Αφροδίτης, που έχτισε ο Θησέας όταν πήρε γυναίκα του την Ελένη. 

[8] Έξω από το τείχος υπάρχει το ιερό του Ποσειδώνα Φυταλμίου. Λένε πως κάποτε θύμωσε μαζί τους ο Ποσειδώνας και έκανε άγονη τη χώρα, στέλνοντας αλμυρό νερό στους καρπούς και στις ρίζες των φυτών, ώσπου εξευμενίστηκε με θυσίες και προσευχές και απέσυρε το αλμυρό νερό από τη γη. Πάνω από τον ναό του Ποσειδώνα βρίσκεται ο ναός της Θεσμοφόρου Δήμητρας, που λένε ότι χτίστηκε από τον Άλθηπο. 

[9] Κατεβαίνοντας προς το λιμάνι κοντά στη λεγόμενη Καλένδερη, συναντά κανείς μέρος που το ονομάζουν Γενέθλιο, επειδή πιστεύουν ότι εκεί γεννήθηκε ο Θησέας. Μπροστά απ' αυτό υπάρχει ναός του Άρη, επειδή εδώ ο Θησέας νίκησε σε μάχη με τις Αμαζόνες, που ήταν από εκείνες που ήρθαν στην Αττική για να πολεμήσουν κατά του Θησέα και των Αθηναίων. 

[10] Στον δρόμο προς την Ψιφαία θάλασσα έχει φυτρώσει αγριελιά, που ονομάζεται «στρεπτός ράχος». Οι Τροιζήνιοι ονομάζουν «ράχους» όλα τα είδη της ελιάς που δεν καρποφορούν, τον κότινο, την φυλλία και τον έλαιο. Αυτόν τον ονομάζουν στρεπτό, επειδή εκεί μπλέχτηκαν τα ηνία και ανατράπηκε το άρμα του Ιππολύτου. Εδώ κοντά είναι και το ιερό της Σαρωνίας Άρτεμης, τα σχετικά με το οποίο ήδη τα ανέφερα. Το μόνο που έχω να προσθέσω είναι ότι διεξάγουν κάθε χρόνο τη γιορτή Σαρώνια προς τιμήν της Άρτεμης.

Το λιμάνι του Λεχαίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 33

[1] Ένα από τα νησιά των Τροιζηνίων είναι τόσο κοντά στην ακτή, ώστε είναι δυνατό να περάσει κανείς σ' αυτό με τα πόδια. Αρχικά ονομαζόταν Σφαιρία, αλλά ονομάστηκε Ιερά για τον εξής λόγο. Στο νησί βρίσκεται το μνήμα του Σφαίρου. Λένε ότι ο Σφαίρος ήταν ηνίοχος του Πέλοπα. Φέρνοντας σ' αυτόν χοές η Αίθρα, σύμφωνα με όνειρο που της φανέρωσε η Αθηνά, πέρασε στο νησί και εκεί ενώθηκε με τον Ποσειδώνα. Γι' αυτό η Αίθρα ίδρυσε εκεί ναό της Απατουρίας Αθηνάς και ονόμασε το νησί Ιερά αντί για Σφαιρία. Και καθιέρωσε να αφιερώνουν πριν από τον γάμο όλες οι ανύπαντρες κοπέλες τη ζώνη τους στην Απατουρία Αθηνά. 

[2] Λένε ότι η Καλαύρεια ήταν ιερό νησί του Απόλλωνα στην αρχαιότητα, όταν οι Δελφοί ήταν ιερό του Ποσειδώνα. Λέγεται και αυτό, ότι οι δυο θεοί έκαναν ανταλλαγή των τόπων και επικαλούνται τους εξής στίχους:

Είναι το ίδιο να έχει κανείς τη Δήλο και την Καλαύρεια
και την ιερή Πυθώ και το ανεμοδαρμένο Ταίναρο.

Υπάρχει εκεί άγιο ιερό του Ποσειδώνα. Ιέρεια είναι μία παρθένα, ώσπου να έρθει η ώρα του γάμου της. 

[3] Μέσα στον περίβολο βρίσκεται και το μνήμα του Δημοσθένη. Πιστεύω ότι ο δαίμονας φανέρωσε και σ' αυτόν, όπως και προηγουμένως στον Όμηρο, πολύ έντονα τον φθόνο του. Τον Όμηρο, αφού τυφλώθηκε, μαζί με αυτό το τρομερό κακό του έστειλε και δεύτερη συμφορά, να πλανάται φτωχός. Και ο Δημοσθένης συνέβη να δοκιμάσει στα γηρατειά την εξορία και τον τόσο βίαιο θάνατο. Για τον Δημοσθένη έχουν ειπωθεί πολλά, κι από τον ίδιο και από άλλους, ότι δεν είχε πάρει μερίδιο από τα χρήματα που έφερε ο Άρπαλος από την Ασία. Θα αναφέρω κάτι που ειπώθηκε αργότερα. 

[4] Ο Άρπαλος, όταν δραπέτευσε από την Αθήνα, πήγε με πλοία στην Κρήτη, όπου πολύ αργότερα σκοτώθηκε από τους δούλους που τον υπηρετούσαν· κάποιοι λένε ότι τον δολοφόνησε ένας Μακεδόνας με το όνομα Παυσανίας. Ο διαχειριστής των χρημάτων του, όμως, κατέφυγε στη Ρόδο, όπου τον συνέλαβε ο Φιλόξενος ο Μακεδόνας, ο ίδιος που είχε ζητήσει τον Άρπαλο από τους Αθηναίους. Αυτός λοιπόν ανέκρινε τον δούλο, ώσπου έμαθε τα πάντα σχετικά με όσους είχαν δεχτεί χρήματα από τον Άρπαλο και τότε έστειλε μια επιστολή στην Αθήνα. 

[5] Στην επιστολή απαριθμούσε όσους είχαν δωροδοκηθεί από τον Άρπαλο και τα πόσα χρήματα είχε πάρει ο καθένας· δεν ανέφερε όμως τον Δημοσθένη, αν και αυτός ήταν μισητός στον Αλέξανδρο και ήταν προσωπικοί εχθροί. Ο Δημοσθένης τιμάται και σε άλλα μέρη της Ελλάδας και από τον λαό της Καλαυρείας.





ΚΕΦΑΛΑΙΟ 34
[1] Στην Τροιζηνία υπάρχει χερσόνησος που προχωρεί πολύ μέσα στη θάλασσα, όπου είναι χτισμένη παραλιακά η μικρή πόλη Μέθανα. Εκεί βρίσκεται ιερό της Ίσιδας και στην αγορά αγάλματα, το ένα του Ερμή και το άλλο του Ηρακλή. Σε απόσταση περίπου τριάντα σταδίων υπάρχουν θερμά λουτρά. Λένε ότι το νερό τους ανάβλυσε για πρώτη φορά όταν έγινε βασιλιάς των Μακεδόνων ο Αντίγονος, ο γιος του Δημητρίου. Δεν ανάβλυσε αμέσως νερό, αλλά πετάχτηκε από τη γη πολύ φωτιά, που μόνο όταν έσβησε έτρεξε νερό, που κυλάει, μέχρι σήμερα ζεστό και πολύ αρμυρό. Για τον λουόμενο εδώ, δεν υπάρχει ούτε κρύο νερό σε μικρή απόσταση ούτε μπορεί να πέσει στη θάλασσα και να κολυμπήσει χωρίς κίνδυνο, γιατί υπάρχουν πολλά άλλα θηρία, καθώς και σκυλόψαρα. 

[2] Θα γράψω κι εκείνο που με εντυπωσίασε περισσότερο στα Μέθανα· την εποχή που βλασταίνουν τα αμπέλια φυσά ο άνεμος Λίβας από τον Σαρωνικό κόλπο και καίει τα βλαστάρια τους. Ενώ, λοιπόν, ακόμη φυσάει ο αέρας, αφού σχίσουν στα δύο ένα κόκορα με εντελώς λευκά φτερά, δύο άνδρες τρέχουν γύρω από τ' αμπέλια ακολουθώντας αντίθετη κατεύθυνση, κρατώντας ο καθένας μισό κόκορα. Όταν φτάσουν στο σημείο απ' όπου ξεκίνησαν, τον θάβουν εκεί. 

[3] Αυτό τον τρόπο έχουν βρει, για να αντιπαλέψουν τον Λίβα. Τα νησιά που βρίσκονται απέναντι, εννέα στον αριθμό, λέγονται του Πέλοπα. Λένε πως, όταν στέλνει βροχή ο θεός, σ' ένα απ' αυτά δεν βρέχει. Δεν γνωρίζω αν πράγματι συμβαίνει αυτό, το λένε όμως αυτοί που κατοικούν στα Μέθανα· κι εγώ είδα ανθρώπους να αποτρέπουν το χαλάζι με θυσίες και επωδές. 

[4] Τα Μέθανα λοιπόν είναι χερσόνησος της Πελοποννήσου· στην εσωτερική μεριά της χερσονήσου συνορεύουν με την Ερμιόνη. Οι Ερμιονείς λένε πως η αρχαία πόλη ιδρύθηκε από τον Ερμίονα, τον γιο του Εύρωπα. Για τον Εύρωπα, που ήταν γιος του Φορωνέα, ο Τροιζήνιος Ηροφάνης υποστηρίζει ότι ήταν νόθος· γιατί δεν θα έπαιρνε την εξουσία του Άργους ο γιος της Νιόβης και εγγονός του Φορωνέα, ο Άργος, αν υπήρχε γνήσιος γιος του Φορωνέα. 

[5] Εγώ όμως ξέρω καλά ότι, ακόμα και αν ο Εύρωπας ήταν νόμιμος γιος και αν πέθανε πριν από τον Φορωνέα, δεν θα μπορούσε ο γιος του να διεκδικήσει ίσα δικαιώματα με τον γιο της Νιόβης, που τον θεωρούσαν γιο του Δία. Αργότερα εγκαταστάθηκαν και στην Ερμιόνη Δωριείς από το Άργος. Νομίζω ότι δεν έγινε πόλεμος μεταξύ τους, γιατί θα τον ανέφεραν οι Αργείοι. 

[6] Από την Τροιζήνα στην Ερμιόνη υπάρχει δρόμος από τον βράχο που άλλοτε ονομαζόταν βωμός του Σθενίου Δία και τώρα του Θησέα, επειδή ο Θησέας τον σήκωσε και πήρε τα σημάδια αναγνώρισης. Συνεχίζοντας σ' αυτό τον ορεινό δρόμο στον βράχο, βρίσκεις ναό του Απόλλωνα με την επωνυμία Πλατανίστιος και την περιοχή Ειλεοί, όπου υπάρχουν ιερά της Δήμητρας και της Κόρης της Δήμητρας. Προς τη θάλασσα, στα σύνορα της Ερμιονίδας, υπάρχει ιερό της λεγόμενης Δήμητρας Θερμασίας. 

[7] Σε απόσταση ογδόντα σταδίων βρίσκεται το ακρωτήριο Σκυλλαίο, από το όνομα της θυγατέρας του Νίσου. Όταν ο Μίνωας κυρίευσε τη Νίσαια και τα Μέγαρα μετά από προδοσία της, εκείνος αρνήθηκε να την κρατήσει για γυναίκα και διέταξε τους Κρήτες να την πετάξουν από το πλοίο. Το πτώμα της ξεβράστηκε από το κύμα σ' αυτό το ακρωτήριο. Δεν έχουν να δείξουν τον τάφο της, γιατί λένε πως αδιαφόρησαν για το πτώμα της και το έφαγαν τα θαλασσοπούλια. 

[8] Πλέοντας από το Σκυλλαίο προς την πόλη, βλέπει κανείς το ακρωτήριο που λέγεται Βουκέφαλα και μετά απ' αυτό νησιά, πρώτο είναι η Αλιούσσα, που έχει και λιμάνι κατάλληλο να αγκυροβολήσουν πλοία, ύστερα η Πιτυούσσα και τρίτο αυτό που ονομάζουν Αριστερά. Περνώντας τα, υπάρχει ακόμη το ακρωτήριο Κωλυεργία, βγαίνει από την ξηρά, έπειτα είναι το νησί που λέγεται Τρίκρανα και βουνό που κατεβαίνει στη θάλασσα από την Πελοπόννησο, ο Βούπορθμος. Στον Βούπορθμο υπάρχει ναός της Δήμητρας και της κόρης της, καθώς και της Αθηνάς· η επωνυμία της θεάς είναι Προμαχόρμα. 

[9] Μπροστά στο Βούπορθμο βρίσκεται το νησί που λέγεται Απεροπία και όχι μακριά από την Απεροπία βρίσκεται άλλο νησί η Υδρέα. Στη συνέχεια υπάρχει παραλία σε σχήμα μισοφέγγαρου και έπειτα ακτή που φτάνει στο Ποσείδιο, που αρχίζει από τη θάλασσα ανατολικά και εκτείνεται δυτικά. Εκεί υπάρχουν και λιμάνια. Το μήκος της ακτής είναι περίπου εφτά στάδια, ενώ το πιο πλατύ σημείο του δεν ξεπερνά τα τρία στάδια. 

[10] Εδώ ήταν χτισμένη η παλιά πόλη των Ερμιονέων. Υπάρχουν εκεί ακόμα και τώρα ιερά, του Ποσειδώνα στην αρχή της ακτής και πιο ψηλά από τη θάλασσα προς το εσωτερικό ναός της Αθηνάς και δίπλα σ' αυτόν θεμέλια κάποιου σταδίου. Εκεί λένε ότι αγωνίστηκαν τα παιδιά του Τυνδάρεω. Υπάρχει και ένα άλλο μικρό ιερό της Αθηνάς, που η στέγη του έχει καταρρεύσει· υπάρχει ακόμα ναός για τον Ήλιο, άλλος για τις Χάριτες, άλλος για τον Σάραπη και την Ίσιδα. Υπάρχουν και περίβολοι από αλάξευτες πέτρες, που μέσα τελούν τα μυστήρια της Δήμητρας. 

[11] Αυτά έχουν εδώ οι Ερμιονείς. Η σημερινή πόλη είναι χτισμένη σε απόσταση τεσσάρων σταδίων από το ακρωτήριο με το ιερό του Ποσειδώνα. Στην αρχή βρίσκεται σε ομαλό έδαφος και σκαρφαλώνει σε πλαγιά του Πρώνα· έτσι ονομάζουν το βουνό. Όλη η Ερμιόνη περιβάλλεται από τείχη. Η Ερμιόνη διαθέτει και άλλα που πρέπει να γραφούν, από τα οποία θεώρησα ότι άξιζε να μνημονεύσω τα εξής: υπάρχει ναός της επονομαζόμενης Ποντίας και Λιμενίας Αφροδίτης με άγαλμα από λευκό μάρμαρο, μεγάλο σε μέγεθος και που αξίζει να το δει κανείς για την εξαιρετική τέχνη του. 

[12] Υπάρχει κι άλλος ναός της Αφροδίτης· οι Ερμιονείς την τιμούν και με άλλους τρόπους και με τη συνήθεια να θυσιάζουν εδώ πριν τον γάμο τους και τα ανύπαντρα κορίτσια και όποια χήρα σκοπεύει να ξαναπαντρευτεί. Υπάρχουν και δύο ιερά της Δήμητρας της Θερμασίας, το ένα είναι στα σύνορα της Τροιζηνίας, όπως ήδη ανέφερα, και το άλλο μέσα στην πόλη.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 35

[1] Κοντά σ' αυτό υπάρχει και ναός του Διονύσου του Μελαναίγιδα. Τον τιμούν κάθε χρόνο με διοργάνωση μουσικού αγώνα, διαγωνισμούς στο κολύμπι και την κωπηλασία, με έπαθλα. Υπάρχει και ιερό της λεγόμενης Ιφιγενείας Άρτεμης και χάλκινο άγαλμα του Ποσειδώνα που έχει το ένα πόδι του πάνω σε δελφίνι. Πηγαίνοντας προς το ιερό της Εστίας, δεν βλέπει κανένα άγαλμα, αλλά βωμό στον οποίο προσφέρουν θυσίες στην Εστία. 

[2] Υπάρχουν επίσης τρεις ναοί του Απόλλωνα και τρία αγάλματα. Ο ένας δεν έχει επωνυμία, ο άλλος ονομάζεται Πυθαέας και ο τρίτος Όριος. Το όνομα του Πυθαέα το έχουν μάθει από τους Αργείους, γιατί η Τελέσιλλα λέει ότι ανάμεσα στους άλλους Έλληνες επισκέφτηκε πρώτα τη χώρα αυτών ο Πυθαέας, ο γιος του Απόλλωνα. Για ποιο λόγο αποκαλούν τον άλλο Όριο δεν θα μπορούσα να πω με σαφήνεια, αλλά υποθέτω ότι μετά από νίκη τους σε πόλεμο ή σε δίκη σχετικά με τα όρια της χώρας τους τιμούν τον Όριο Απόλλωνα. 

[3] Οι Ερμιονείς λένε ότι το πιο καινούριο απ' όσα έχουν είναι το ιερό της Τύχης· σ' αυτό βρίσκεται κολοσσός από μάρμαρο της Πάρου. Έχουν και κρήνες, η μια είναι πολύ παλιά και το νερό που κυλά σ' αυτήν δεν φαίνεται και δεν στερεύει ποτέ ούτε κι αν κατέβαιναν όλοι να πάρουν νερό από κει· την άλλη την έφτιαξαν στις μέρες μας και η τοποθεσία απ' όπου έρχεται το νερό σ' αυτή λέγεται Λειμώνας. 

[4] Το πιο αξιόλογο είναι το ιερό της Δήμητρας πάνω στον Πρώνα. Οι Ερμιονείς λένε ότι αυτό το ιερό το ίδρυσαν ο Κλύμενος, ο γιος του Φορωνέα, και η αδελφή του, η Χθονία. Οι Αργείοι πάλι λένε πως, όταν η Δήμητρα έφτασε στην Αργολίδα, τη φιλοξένησαν ο Αθέρας και ο Μύσιος, ενώ ο Κολόντας ούτε τη δέχτηκε σπίτι του ούτε την τίμησε με άλλο τρόπο, παρά τις αντιρρήσεις της θυγατέρας του Χθονίας. Λένε λοιπόν πως ο Κολόντας εξαιτίας αυτών κάηκε μαζί με το σπίτι του. Τότε η Χθονία, που η Δήμητρα την έφερε στην Ερμιόνη, έχτισε για τους Ερμιονείς το ιερό. 

[5] Η θεά λοιπόν αυτή καλείται Χθονία και κάθε χρόνο, το καλοκαίρι, διεξάγουν τη γιορτή Χθόνια με τον εξής τρόπο. Μπροστά από την πομπή προχωρούν οι ιερείς των θεών και οι άρχοντες της συγκεκριμένης χρονιάς· ακολουθούν γυναίκες και άνδρες, αλλά ακόμη και τα παιδιά συνηθίζουν να τιμούν τη θεά κατά την πομπή· είναι ντυμένα με άσπρη εσθήτα και έχουν στο κεφάλι στεφάνια, που είναι πλεγμένα από το λουλούδι που ονομάζουν κοσμοσάνδαλο, που από το μέγεθος και το χρώμα μου φαίνεται πως είναι ο υάκινθος· πάνω τους έχουν τα γράμματα του θρήνου. 

[6] Στο τέλος της πορείας ακολουθούν άνδρες που σέρνουν από την αγέλη μια πολύ δυνατή αγελάδα, αδάμαστη και άγρια ακόμη. Όταν τη φέρουν στον ναό, άλλοι τη λύνουν για να μπει στο ιερό κι άλλοι, που πριν κρατούσαν ανοιχτές τις πόρτες, μόλις δουν την αγελάδα να μπαίνει στον ναό, τις κλείνουν. 

[7] Τέσσερις γριές που βρίσκονται μέσα σφάζουν την αγελάδα· όποια τύχει κόβει με δρεπάνι τον λαιμό της αγελάδας. Έπειτα ανοίγουν τις πόρτες και οι άντρες που έχουν οριστεί φέρνουν δεύτερη αγελάδα, ύστερα τρίτη και μετά τέταρτη. Οι γριές τις σφάζουν όλες με τον ίδιο τρόπο· υπάρχει μάλιστα και τούτο το αξιοπερίεργο: σ' όποια πλευρά πέσει η πρώτη αγελάδα είναι ανάγκη να πέσουν όλες. 

[8] Μ' αυτό τον τρόπο, λοιπόν, προσφέρουν θυσία οι Ερμιονείς. Μπροστά στον ναό υπάρχουν λίγες εικόνες γυναικών που ήταν ιέρειες της Δήμητρας και μέσα υπάρχουν θρόνοι, στους οποίους κάθονται οι γριές που περιμένουν να μπει κάθε αγελάδα. Υπάρχουν και αγάλματα όχι πολύ παλιά της Αθηνάς και της Δήμητρας. Δεν μπόρεσα, όμως, να δω —ούτε εγώ ούτε κανένας άλλος άνδρας, ξένος ή από τους Ερμιονείς— αυτό που λατρεύουν περισσότερο από τ' άλλα· μόνο οι γριές ξέρουν πώς είναι. 

[9] Υπάρχει κι άλλος ναός, που έχει ολόγυρά του εικόνες. Αυτός ο ναός βρίσκεται απέναντι από της Χθονίας, ονομάζεται του Κλυμένου και εδώ προσφέρουν θυσίες στον Κλύμενο. Δεν νομίζω ότι ο Κλύμενος ήταν κάποιος θνητός Αργείος που ήρθε στην Ερμιόνη, αλλά είναι επωνυμία του θεού, ο οποίος λέγεται ότι είναι βασιλιάς του κάτω κόσμου. 

[10] Δίπλα σ' αυτόν υπάρχει άλλος ναός και άγαλμα του Άρη. Στα δεξιά του ιερού της Χθονίας, υπάρχει στοά, που οι ντόπιοι τη λένε της Ηχώς. Μόλις μιλήσει κάποιος ακούει το λιγότερο τρεις φορές τον αντίλαλο. Πίσω από τον ναό της Χθονίας υπάρχουν τόποι που οι Ερμιονείς τους ονομάζουν, τον ένα του Κλυμένου, τον άλλο του Πλούτωνα και τον τρίτο Αχερουσία λίμνη. Όλοι περιβάλλονται από πέτρινους φράκτες. Στον τόπο του Κλυμένου υπάρχει ένα χάσμα στη γη, απ' όπου κατά τα λεγόμενα των Ερμιονέων ο Ηρακλής έβγαλε τον σκύλο του Άδη. 

[11] Κοντά στην πύλη, από την οποία βγαίνει κανείς στον ευθύ δρόμο προς τον Μάσητα, υπάρχει μέσα στο τείχος ιερό της Ειλειθυίας. Την εξευμενίζουν καθημερινά με μεγαλόπρεπες θυσίες και θυμιάματα και της προσφέρουν πολλά αφιερώματα. Το άγαλμά της δεν επιτρέπεται να το δει κανείς, παρά μόνο ίσως οι ιέρειες.



ΚΕΦΑΛΙΟ 36


[1] Ακολουθώντας τον ίσιο δρόμο προς τον Μάσητα γύρω στα εφτά στάδια και στρίβοντας αριστερά, βρίσκεσαι στον δρόμο προς την Αλίκη. Στις μέρες μου έχει ερημωθεί, κάποτε όμως κατοικούνταν και γίνεται λόγος για τους κατοίκους της Αλίκης στις στήλες της Επιδαύρου, όπου αναγράφονται οι θεραπείες του Ασκληπιού. Δεν έχω υπόψη μου άλλο έγκυρο σύγγραμμα που να μνημονεύει την πόλη Αλίκη ή τους κατοίκους της. Υπάρχει και δρόμος, που οδηγεί σ' αυτήν, ο οποίος περνάει μέσα από τον Πρώνα και ένα άλλο βουνό, που παλιά λεγόταν Θόρνακας· όμως το βουνό μετονομάστηκε, όταν ο Δίας μεταμορφώθηκε εκεί, όπως λένε, σε κόκκυγα [κούκο]. 

[2] Στις κορυφές των βουνών υπάρχουν μέχρι σήμερα ιερά, στο Κοκκύγιο του Δία, ενώ στον Πρώνα της Ήρας. Στις παρυφές του Κοκκυγίου υπάρχει ναός, που δεν έχει πόρτες, σκεπή και άγαλμα. Λεγόταν πως ο ναός ήταν του Απόλλωνα. Κοντά σ' αυτόν υπάρχει δρόμος για τον Μάσητα, για όσους παρέκαμψαν τον κεντρικό δρόμο. Όπως αναφέρει και ο Όμηρος στον κατάλογο των Αργείων, ο Μάσης ήταν αρχαία πόλη, αλλά στις μέρες μου το χρησιμοποιούσαν ως επίνειο οι Ερμιονείς. 

[3] Από τον Μάσητα υπάρχει στα δεξιά δρόμος προς το ακρωτήριο το λεγόμενο Στρουθούντα. Από το ακρωτήριο αυτό μέσα από τις κορυφές των βουνών η απόσταση είναι διακόσια πενήντα στάδια μέχρι το λεγόμενο Φιλανόριο και τους Βολεούς· οι Βολεοί είναι σωροί από ακατέργαστες πέτρες. Σε απόσταση είκοσι σταδίων από εδώ βρίσκεται τοποθεσία που ονομάζεται Δίδυμοι. Εκεί υπάρχει ιερό του Απόλλωνα, του Ποσειδώνα και της Δήμητρας· τα αγάλματά τους είναι όρθια από λευκό μάρμαρο. 

[4] Από εκεί απλώνεται η χώρα των Αργείων, που άλλοτε ονομαζόταν Ασιναία και υπάρχουν ερείπια της Ασίνης δίπλα στη θάλασσα. Όταν οι Λακεδαιμόνιοι με τον βασιλιά Νίκανδρο, γιο του Χαρίλλου, γιου του Πολυδέκτη, γιου του Ευνόμου, γιου του Πρυτάνη, γιου του Ευρυπώντα, έκαναν εισβολή με στρατό στην Αργολίδα, οι Ασιναίοι συμμάχησαν μαζί τους και λεηλάτησαν τη χώρα των Αργείων. Μόλις όμως ο στρατός των Λακεδαιμονίων γύρισε στην πατρίδα, οι Αργείοι με τον βασιλιά τους Έρατο επιτέθηκαν στην Ασίνη. 

[5] Οι Ασιναίοι αντιστάθηκαν για λίγο από το τείχος τους και σκότωσαν μαζί με άλλους και τον Λυσίστρατο, από τους πιο διακεκριμένους Αργείους. Όταν το τείχος κυριεύτηκε, έβαλαν τις γυναίκες και τα παιδιά τους στα καράβια και εγκατέλειψαν την πόλη. Οι Αργείοι κατέστρεψαν την Ασίνη συθέμελα και ένωσαν τη χώρα με τη δική τους. Άφησαν απείραχτο το ιερό του Πυθαέα Απόλλωνα, που φαίνεται ακόμη και τώρα, και έθαψαν εκεί τον Λυσίστρατο. 

[6] Η θάλασσα κοντά στη Λέρνα απέχει όχι περισσότερα από σαράντα στάδια από το Άργος. Κατεβαίνοντας προς τη Λέρνα συναντά κανείς πρώτα τον Ερασίνο, που ρίχνει τα νερά του στον Φρίξο. Ο Φρίξος εκβάλλει στη θάλασσα μεταξύ Τημενίου και Λέρνας. Αν στον Ερασίνο στρίψει κανείς αριστερά, γύρω στα οκτώ στάδια βρίσκει το ιερό των Ανάκτων Διοσκούρων. Τα ξόανα τους είναι όμοια με αυτά της πόλης. 

[7] Ξαναγυρνώντας στον ευθύ δρόμο και διασχίζοντας κανείς τον Ερασίνο, βρίσκεται στον ποταμό Χείμαρρο. Κοντά εκεί βρίσκεται περίβολος από πέτρες, απ' όπου λένε πως ο Πλούτωνας, αφού άρπαξε την Κόρη της Δήμητρας, κατέβηκε στο βασίλειο που πιστεύεται ότι βρίσκεται κάτω από τη γη. Όπως ήδη είπα, η Λέρνα είναι παραθαλάσσια και εδώ τελούν τα μυστήρια της Λερναίας Δήμητρας. 

[8] Από το βουνό, που λέγεται Ποντίνος, αρχίζει ιερό άλσος. Λένε ότι το βουνό Ποντίνος δεν αφήνει τη βροχή να φτάσει κάτω, αλλά την απορροφά. Από εκεί κυλάει ο ποταμός Ποντίνος. Στην κορυφή του βουνού υπάρχει ιερό της Αθηνάς Σαΐτιδας, τώρα πια ερειπωμένο. Υπάρχουν ακόμα τα θεμέλια του σπιτιού του Ιππομέδοντα, που πήγε στη Θήβα, για να βοηθήσει τον Πολυνείκη, τον γιο του Οιδίποδα.


naosApollona (1869)


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 37


[1] Απ' αυτό το βουνό αρχίζει άλσος με πλατάνια, που φτάνει ως τη θάλασσα. Όριά του είναι από τη μια μεριά ο ποταμός Ποντίνος και από την άλλη ποταμός, που πήρε το όνομα της κόρης του Δαναού Αμυμώνης. Μέσα στο άλσος υπάρχουν αγάλματα της Προσύμνης Δήμητρας, του Διονύσου κι ένα μικρό άγαλμα που παριστάνει τη Δήμητρα καθιστή. 

[2] Αυτά είναι φτιαγμένα από μάρμαρο· αλλού μέσα στον ναό υπάρχει ξόανο του Σαώτη Διονύσου που τον παριστάνει καθιστό και κοντά στη θάλασσα μαρμάρινο άγαλμα της Αφροδίτης, που λένε ότι το αφιέρωσαν οι κόρες του Δαναού και ότι ο ίδιος ο Δαναός έχτισε τον ναό της Αθηνάς στον Ποντίνο. Λένε ότι την τελετή των Λερναίων την καθιέρωσε ο Φιλάμμωνας. Όσα όμως λέγονται κατά τα δρώμενα είναι ολοφάνερο πως δεν είναι παλιά. 

[3] Όσα άκουσα ότι είναι γραμμένα στην ορειχάλκινη καρδιά, ο Αρριφώντας ανακάλυψε πως ούτε αυτά είναι του Φιλάμμωνα. Ο Αρριφώντας κατάγεται από το Τριχώνιο της Αιτωλίας και στις μέρες μας είναι ισάξιος των πιο διακεκριμένων Λυκίων και ικανότατος να βρίσκει όσα οι προηγούμενοι δεν είδαν. Και τούτα τα αντιλήφθηκε ως εξής. Οι στίχοι, και όσα χωρίς μέτρο ήταν αναμειγμένα με τους στίχους ήταν γραμμένα στη Δωρική διάλεκτο, ενώ πριν από την κάθοδο των Ηρακλειδών στην Πελοπόννησο οι Αργείοι μιλούσαν την ίδια διάλεκτο με τους Αθηναίους. Την εποχή του Φιλάμμωνα κανένας από τους Έλληνες δεν είχε ακουστά το όνομα των Δωριέων. 

[4] Απέδειξε λοιπόν ότι αυτά έτσι έχουν. Στην πηγή της Αμυμώνης έχει φυτρώσει πλάτανος, κάτω από τον οποίο λένε πως μεγάλωσε η ύδρα. Εγώ πιστεύω ότι αυτό το θηρίο ξεπερνούσε σε μέγεθος τις άλλες ύδρες και ότι δεν υπήρχε γιατρειά για το δηλητήριο του, γι' αυτό και ο Ηρακλής πότισε τις αιχμές των βελών του από τη χολή της. Πιστεύω ακόμη ότι είχε ένα κεφάλι και όχι περισσότερα. Ο Πείσανδρος από την Κάμιρο παρουσίασε την ύδρα με πολλά κεφάλια, για να φαίνεται πιο φοβερό το θηρίο και για να δώσει αξία στο ποίημά του. 

[5] Εκεί είδα και τη λεγόμενη πηγή του Αμφιαράου, καθώς και την Αλκυονία λίμνη, απ' όπου λένε οι Αργείοι ότι κατέβηκε ο Διόνυσος στον Άδη, για να φέρει τη Σεμέλη στη γη και ότι την κάθοδο του από κει του την υπέδειξε ο Πόλυμνος. Το βάθος της Αλκυονίας είναι αμέτρητο και δεν ξέρω κανένα που να μπόρεσε να φτάσει στον βυθό της με όποιο τρόπο κι αν μηχανεύτηκε. Ακόμα κι ο Νέρωνας, παρ' ότι ένωσε μεταξύ τους σχοινιά πολλών σταδίων και κρέμασε στην άκρη τους μόλυβδο και σκαρφίστηκε κι άλλα για να πετύχει το πείραμά του, δεν μπόρεσε να βρει τον βυθό. 

[6] Άκουσα ακόμα και τούτο· το νερό της λίμνης συμπεραίνει κανείς από την επιφάνειά του πως είναι γαλήνιο και ήρεμο, αλλά μολονότι δίνει αυτή την εντύπωση, ρουφάει στα βάθη της όποιον προσπαθήσει να τη διασχίσει κολυμπώντας. Η περίμετρος της λίμνης δεν είναι μεγάλη, αλλά ίση με το ένα τρίτο του σταδίου. Στις όχθες της φυτρώνουν πόες και σκοίνα. Τα δρώμενα όμως σ' αυτή προς τιμή του Διονύσου, μια νύχτα κάθε χρόνο, δεν θα ήταν ανόσιο να τα γράψω για όλους.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 38

[1] Πηγαίνοντας από τη Λέρνα στο Τημένιο —το Τημένιο ανήκει στους Αργείους και πήρε το όνομά του από τον Τήμενο, γιο του Αριστομάχου, ο οποίος, αφού κυρίευσε την περιοχή και την οχύρωσε, πολέμησε με τους Δωριείς εναντίον του Τισαμενού και των Αχαιών— σ' αυτό το Τημένιο πηγαίνοντας κανείς συναντά τις εκβολές του ποταμού Φρίξου στη θάλασσα· στο Τημένιο υπάρχει και ιερό του Ποσειδώνα και άλλο της Αφροδίτης, καθώς και μνήμα του Τημένου, στο οποίο αποδίδουν τιμές οι Δωριείς του Άργους. 

[2] Μου φαίνεται ότι από το Τημένιο γύρω στα πενήντα στάδια απέχει η Ναυπλία. Τώρα πια η πόλη έχει ερημωθεί. Την είχε οικήσει ο Ναύπλιος, που νομιζόταν γιος του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης. Έχουν σωθεί ακόμη και ερείπια των τειχών. Στη Ναυπλία υπάρχει ιερό του Ποσειδώνα, λιμάνια και πηγή που λέγεται Κάναθος· εκεί, όπως λένε οι Αργείοι, κάθε χρόνο λούζεται η Ήρα και γίνεται παρθένα. 

[3] Αυτό είναι ένα από τα απόρρητα, που λένε στην τελετή, που διεξάγουν για την Ήρα. Όσον αφορά σ' αυτά που λέγονται από τους κατοίκους της Ναυπλίας σχετικά με τον γάιδαρο, ότι δηλαδή από τότε που έφαγε τα κλαδιά των αμπελιών τους, οι καρποί τους γίνονται αφθονότεροι —γι' αυτό έφτιαξαν έναν γάιδαρο στα βράχια, επειδή τους δίδαξε το κλάδεμα των αμπελιών— τα προσπερνώ κρίνοντάς τα ανάξια λόγου. 

[4] Από τη Λέρνα αρχίζει κι άλλος δρόμος παραλιακός, που οδηγεί στην τοποθεσία που ονομάζουν Γενέσιο. Κοντά στη θάλασσα υπάρχει μικρό ιερό του Γενεσίου Ποσειδώνα. Στη συνέχεια βρίσκεται κι άλλη τοποθεσία, οι Απόβαθμοι, όπου λένε ότι ήρθαν για πρώτη φορά στην Αργολίδα ο Δαναός και οι κόρες του. Από εδώ, αφού περάσει κανείς τα λεγόμενα Ανιγραία, στενό και δύσβατο δρόμο, συναντά στ' αριστερά έκταση κατάλληλη για την καλλιέργεια δέντρων, κυρίως ελιών, που φτάνει μέχρι τη θάλασσα. 

[5] Προχωρώντας προς τα ηπειρωτικά φτάνει κανείς στο σημείο, όπου τριακόσιοι επίλεκτοι Αργείοι συγκρούστηκαν με ισάριθμους επίλεκτους Λακεδαιμονίους. Σκοτώθηκαν όλοι, εκτός από ένα Σπαρτιάτη και δύο Αργείους. Οι νεκροί τάφηκαν εκεί· οι Λακεδαιμόνιοι όμως αγωνίστηκαν με όλο τον λαό τους κατά των Αργείων και επειδή νίκησαν, νέμονταν τη χώρα οι ίδιοι και αργότερα την έδωσαν στους Αιγινήτες, τους οποίους είχαν διώξει οι Αθηναίοι από το νησί. Στην εποχή μου οι Αργείοι κατείχαν μόνο τη Θυρεάτιδα, οι οποίοι λένε ότι την ξαναπήραν μετά από νίκη τους σε δίκη. 

[6] Μετά τα πολυάνδρια είναι η Ανθήνη, όπου κάποτε ζούσαν οι Αιγινήτες, και ύστερα η κώμη Νηρίδα και τρίτη η Εύα, η μεγαλύτερη από τις κώμες. Εκεί υπάρχει ιερό του Πολεμοκράτη· ο Πολεμοκράτης είναι κι αυτός γιος του Μαχάονα, αδελφός του Αλεξάνορα. Οι ντόπιοι τον τιμούν, επειδή τους γιατρεύει. 

[7] Πάνω από τις κώμες δεσπόζει το βουνό Πάρνωνας, που είναι το σύνορο της χώρας των Λακεδαιμονίων με αυτή των Αργείων και των Τεγεατών. Στα σύνορα είναι στημένοι μαρμάρινοι Ερμές και απ' αυτούς πήρε το όνομα η περιοχή. Ο ποταμός που λέγεται Τάναος, ο μόνος που κατεβαίνει από τον Πάρνωνα, διαρρέει τη χώρα των Αργείων και εκβάλλει στον Θυρεάτη κόλπο.



Η «Περιήγησις» του Παυσανία στον Αρχαίο Ελληνικό Κόσμο

Από το βιβλίο του Casson Lionel «Το Ταξίδι στον Αρχαίο Κόσμο»,
Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ), 2003.

Το πνεύμα, το ύφος, η έξυπνη και πρωτότυπη σκέψη, το μάτι που καταγράφει καθετί ασυνήθιστο – αυτά μας ενθουσιάζουν σε έναν ταξιδιωτικό συγγραφέα. Από την άλλη όμως, ο συντάκτης ταξιδιωτικού οδηγού πρέπει να είναι ένα τελείως διαφορετικό άτομο. Δουλειά του είναι να καταγράφει τη θέση τις διαστάσεις, την ηλικία και την ιστορία των μνημείων, και μόνο κατά περίπτωση, ή και καθόλου, τα συναισθήματα ή τους συνειρμούς που τους γεννούν. Το πνεύμα και η πρωτοτυπία δεν έχουν θέση σε τέτοιου είδους καταγραφή μπορεί μάλιστα και να αποτελέσουν εμπόδιο. Αυτό που του χρειάζεται πάνω από όλα είναι οι πεζές αρετές της επιμέλειας, της προσοχής και της ακρίβειας.

Και αυτά ήταν τα κατεξοχήν χαρίσματα του Παυσανία, ο οποίος, μεταξύ 160 και 180 μ.Χ., έγραψε το έργο Ελλάδος Περιήγησις, τον μοναδικό ταξιδιωτικό οδηγό που επέζησε από την αρχαιότητα. Για τον ίδιο γνωρίζουμε μόνον όσα μπορούμε να σταχυολογήσουμε ή να συμπεράνουμε από τα γραπτά του. Ήταν προφανώς άνθρωπος με περιουσία. Κανένας άλλος δεν θα είχε την ευχέρεια να ταξιδεύει και να γράφει. Παράλληλα, οι πολιτικές του πεποιθήσεις ήταν ακίνδυνες, του άρεσε ο ρωμαϊκός απολυταρχικός τρόπος διακυβέρνησης, (έζησε την εποχή του Ανδριανού, του Αντωνίνου Πίου και του Μάρκου Αυρηλίου, που όλοι τους έτυχε να είναι εξαιρετικά ικανοί αυτοκράτορες), ήταν πεπεισμένος για τα ευεργετικά αποτελέσματα του ρωμαϊκού πολιτεύματος, και δεν εμπιστευόταν τη δημοκρατία, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι από τους συντηρητικούς της ανώτερης τάξης. Ήταν θεοσεβούμενος. Πίστευε σε όλους τους πατροπαράδοτους θεούς, προσέφερε ευσεβώς θυσίες, και ήταν μυημένος στα Ελευσίνια Μυστήρια – όπου γίνονταν δεκτοί μόνον οι μυημένοι, οι οποίοι λάτρευαν τη Δήμητρα και την Περσεφόνη με μυστικές τελετουργίες – αλλά δεν ανέφερε ούτε λέξη για το τυπικό τους ούτε καν για τον ιερό περίβολο και το ιερό και τα κτίρια του. Πίστευε στους χρησμούς στη δύναμη των θεών να παρεμβαίνουν στη ζωή των ανθρώπων, και ειδικά στη δύναμή τους να επιβραβεύουν το καλό να τιμωρούν το κακό (αναπόφευκτα αναφέρει πολύ περισσότερους αμαρτωλούς παρά αγίους). Το μόνο πράγμα που αρνείται να καταπιεί είναι οι ελληνικοί μύθοι. Είναι αρκετά μέσα στο πνεύμα της εποχής του ώστε να θέτει πότε-πότε και ορισμένα όρια. Αρνείται λόγου χάρη να πιστέψει ότι η Λερναία Ύδρα, το τέρας που σκότωσε ο Ηρακλής, είχε πολλά κεφάλια ή πως κάθε φορά που πρόσφεραν θυσία στο Δία πάνω στο όρος Λύκαιον κάποιος άνθρωπος μεταμορφωνόταν σε λύκο (συνέβη μόνο κατά την πρώτη θυσία λέει), ή ότι τα σκυλιά του Ακταίωνα ρίχτηκαν να τον κατασπαράξουν γιατί έτσι τα διέταξε η Άρτεμη (είχαν λυσσάξει κατά τη γνώμη του).

Οι καλλιτεχνικές του προτιμήσεις, ήταν όπως και οι πολιτικές και θρησκευτικές του πεποιθήσεις απόλυτα συντηρητικές. Αγαπημένος του ζωγράφος ήταν ο Πολύγνωτος, – ένας παλιός μεγάλος δάσκαλος – πραγματικά παλιός, αφού έζησε κατά το δεύτερο ήμισυ του 5ου αιώνα π.χ. Από τους μεγάλους του 4ου αιώνα π.X., έχει να πει κάποια καλά λόγια για τον Πραξιτέλη, και αναφέρει τον Σκόπα και τον Λύσιππο – κι αυτό είναι όλο` όλοι οι μεταγενέστεροι πολύ λίγο μετράνε.

Γεννήθηκε στη Μικρά Ασία, πιθανότατα στη Λυδία, δεν είναι βέβαιο, αλλά είναι το λογικό συμπέρασμα που βγαίνει από τις αξιόλογες γνώσεις του αυτής της περιοχής. Μπορούμε μόνο να μαντέψουμε την έκταση των ταξιδιών του από τις δικές του παρατηρήσεις. Στην Ανατολή έφτασε ως τη Συρία και την Παλαιστίνη` είχε δει τη λίμνη Τιβεριάδα, τον Ιορδάνη ποταμό, την Ιερουσαλήμ και τη Νεκρά Θάλασσα. Δεν πήγε στη Βαβυλώνα – αλλά όπως μας πληροφορεί, δεν συνάντησε ποτέ και κανένα που είχε πάει. Επισκέφθηκε την Αίγυπτο, ανέβηκε τον Νείλο ως τις Θήβες για να ακούσει τον θαυμαστό Μέμνονα, και διέσχισε τη δυτική έρημο για να φτάσει ως την όαση του Άμμωνα στη Λιβύη. Φυσικά είχε περιηγηθεί ολόκληρη την Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου. Στη Δύση είχε δει τη Ρώμη – όπου πιο πολύ απ` όλα τον εντυπωσίασε η Αγορά του Τραϊανού και ο Μέγιστος Ιππόδρομος (Circus Maximus) –και ορισμένες πόλεις της Καμπανίας, όπως την Καπύη. Δεν πήγε δυτικότερα από την Ιταλία` στο κάτω-κάτω ο τυπικός αρχαίος περιηγητής, ο οποίος ενδιαφερόταν πρωταρχικά για τα αρχαία μνημεία δεν είχε πολλά να δει στα σχετικά καινούρια κέντρα που ξεφύτρωσαν μετά την κυριαρχία των Ρωμαίων στη Γαλατία, την Ισπανία και τη Βρετανία.

Η ιδέα της συγγραφής ταξιδιωτικού οδηγού δεν ήταν εντελώς πρωτότυπη, ο Παυσανίας είχε πίσω του πολλά παραδείγματα. Δυστυχώς κανένα έργο προηγούμενου συγγραφέα δεν επέζησε. Τους περισσότερους τους γνωρίζουμε μόνον από περιστασιακές αναφορές στους τίτλους των έργων τους. Κατά το τέλος του 4ου αιώνα π.Χ., ένας περιηγητής Διόδωρος (όχι ο Σικελιώτης) έγραψε για τις πόλεις και τα μνημεία της Αττικής. Κάπου εκατό χρόνια αργότερα, κατά τις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ., κάποιος Ηλιόδωρος εξέδωσε μακρύ κατάλογο των έργων τέχνης της Ακρόπολης Αθηνών. Ο πιο γόνιμος συγγραφέας ταξιδιωτικών οδηγών υπήρξε ένας σύγχρονος του Ηλιόδωρου, ο Πολέμων ο Ιλιεύς. Περί της Αθήνησιν Ακροπόλεως, Περί των μνημείων των κατά την Ιεράν προς Ελευσίνα οδόν, Περί των εν Σικυώνι πινάκων, περί των Λακεδαίμονι αναθημάτων, Περί των εν Δελφοίς θησαυρών, είναι μερικά από τα έργα που του αποδίδονται. Ο Πολέμων έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις στήλες, τις πέτρινες πλάκες με τις επίσημες ανακοινώσεις που έβλεπε κανείς σε δημόσιους χώρους. Τριγύριζε και αντέγραφε τις επιγραφές τους με τέτοια επιμέλεια, ώστε ονομάστηκε στηλοκόπας (στηλοφάγος).

Όσο και αν ο Παυσανίας οφείλει την ιδέα του έργου του στους διάφορους προκατόχους του, υψώνεται πάνω από αυτούς σαν βουνό πάνω από πεδιάδα. Οι άλλοι έγραψαν για ορισμένες περιοχές, ακόμη και για ορισμένα μνημεία. Εκείνος είχε τη μεγαλειώδη έμπνευση να συντάξει έναν ταξιδιωτικό οδηγό για όλα τα σημαντικά μέρη και μνημεία ολόκληρης της Ελλάδας. Το έργο του κατέληξε έργο ζωής –κι εκείνος φαίνεται να το ήξερε πως θα γίνει. Το πρώτο βιβλίο –υπάρχουν συνολικά δέκα – το δημοσίευσε αμέσως μόλις το τελείωσε. Τα υπόλοιπα εννέα του πήραν άλλα δέκα χρόνια τουλάχιστον, ίσως και περισσότερα.

«Υπάρχει μόνο μία είσοδος προς την Ακρόπολη, γιατί δεύτερη δεν προσφέρεται, όντας απόκρημνη από όλες τις πλευρές και προστατευμένη από ισχυρό τείχος. Τα προπύλαια έχουν οροφή από λευκό μάρμαρο, και ως την εποχή μου το μέγεθος και η ομορφιά των λίθων τους είναι ανυπέρβλητα… Στα δεξιά των προπυλαίων υπάρχει ναός της Απτέρου Νίκης». Έτσι αρχίζει την περιγραφή του ο Παυσανίας, καθώς ανεβαίνει προς την Ακρόπολη των Αθηνών. Ο σημερινός επισκέπτης μπορεί να παρακολουθήσει όπως θα παρακολουθούσε οποιονδήποτε ανάλογο σύγχρονο οδηγό.




Ο Παυσανίας συνεχίζει:


«Από αυτό το σημείο φαίνεται η θάλασσα, και από δω, καθώς λένε έπεσε ο Αιγέας και αυτοκτόνησε. Γιατί το πλοίο που πήγαινε τους νέους από την Κρήτη είχε ξεκινήσει με μαύρα πανιά. Ο Θησέας όμως, όταν ξεκινούσε γεμάτος θάρρος για να αναμετρηθεί με τον Μινώταυρο, είχε πει στον πατέρα του ότι, αν γύριζε νικητής, θα σήκωνε άσπρα πανιά αλλά το ξέχασε όταν έχασε την Αριάδνη. Έτσι ο Αιγέας, βλέποντας το πλοίο να γυρίζει με μαύρα πανιά και νομίζοντας τον γιό του νεκρό, ρίχτηκε από το βράχο και σκοτώθηκε.»

Αυτή η μυθολογική παρέκβαση που συνοδεύει την περιγραφή των εντυπωσιακών προπυλαίων του σπουδαιότερου αξιοθέατου της Αθήνας κι ωστόσο είναι εκτενέστερη από την ίδια την περιγραφή, δείχνει ανάγλυφη τη θεμελιώδη διαφορά ανάμεσα στην αντίληψη του Παυσανία και τη σύγχρονη αντίληψη για τον ταξιδιωτικό οδηγό.

Σκοπός του ήταν να ταυτίσει και να περιγράψει όλους τους αξιομνημόνευτους τόπους και τα μνημεία της Ελλάδας. Ως εδώ καλά, αυτός είναι και ο στόχος του κάθε ταξιδιωτικού οδηγού. Ο Παυσανίας, ωστόσο, θεωρούσε εξίσου καθήκον του να αναφέρει τις διάφορες μυθολογικές, ιστορικές, θρησκευτικές ή λαϊκές παραδόσεις και ιστορίες που συνδέονταν με το καθένα. Επιπλέον, οι τόποι και τα μνημεία που εκείνος – και χωρίς αμφιβολία και οι περισσότεροι από τους περιηγητές για τους οποίους έγραφε – θεωρούσε αξιομνημόνευτα ήταν εκείνα που μαρτυρούσαν το περασμένο μεγαλείο της Ελλάδας, και, από αυτά, κατά τη γνώμη του, τα ιερά ήταν ασυγκρίτως σημαντικότερα από τα κοσμικά. Περιγράφοντας στον αναγνώστη του μια πόλη, δεν μπορούσε ασφαλώς να παραλείψει την αγορά, τις στοές, τα δικαστήρια, τα διοικητικά μέγαρα, τις πηγές, τα δημόσια λουτρά, και όλα τα υπόλοιπα, αλλά τα διεξέρχεται εν τάχει. Όταν όμως φτάνει σε ναούς και ιερά, αφήνει τον εαυτό του ελεύθερο να περιγράψει με κάθε λεπτομέρεια τα κτίρια και τη διακόσμηση τους, τους βωμούς, τα αναθήματα και τα άλλα αφιερώματα. Ας πάρουμε για παράδειγμα την περιγραφή του Ακροκορίνθου, του κάστρου που προστάτευε την Κόρινθο. Είναι ένας επιβλητικός γκρίζος γρανιτένιος όγκος που ξεπετάγεται απότομα από την πεδιάδα, το μεγαλύτερο φυσικό οχυρό της Ελλάδας, και οι Κορίνθιοι βοήθησαν και βελτίωσαν εντυπωσιακά το έργο της φύσης χτίζοντας τα τείχη της πόλης τους πάνω στις πλαγιές του ώστε να περιλάβουν και την κορυφή. Από κει ψηλά η θέα σου κόβει την ανάσα, κάτω απλώνεται η πόλη. Από τη μια μεριά τα αστραφτερά νερά του κόλπου που καταλήγει στην Αθήνα, από την άλλη οι χιονοσκέπαστες κορυφές του Παρνασσού και ο Ελικώνας. Για όλα αυτά ο Παυσανίας δεν γράφει ούτε λέξη. Αυτό που νοιώθει την ανάγκη να αναφέρει είναι ο μύθος που συνδέεται με τον βράχο (είχε δοθεί στον Ήλιο, ο οποίος τον παραχώρησε στην Αφροδίτη) και τα διάφορα θρησκευτικά μνημεία που βρίσκονται εκεί.

Είναι γεγονός ότι, όταν ο Παυσανίας περιγράφει ένα τοπίο, το κάνει σχεδόν αποκλειστικά για να τονίσει την σχέση του με την θρησκεία η την μυθολογία, και ποτέ για να περιγράψει την ομορφιά του. Αναφέρει κάποιο βουνό μόνο για να μας πληροφορήσει ποιος θεός λατρεύεται στην κορυφή του, μια σπηλιά για να εξηγήσει ότι είναι άντρο του Πάνα, ένα ποτάμι για να διηγηθεί τους μύθους που το περιλαμβάνουν, μια λίμνη γιατί από αυτήν κατεβαίνει κανείς στον Άδη, ένα μεγάλο κέδρο γιατί έχει το ξόανο της Άρτεμης στημένο μέσα στα κλαδιά του. Σπάνια περιγράφει τη φύση για τη φύση, και τότε πάλι με μια σύντομη φράση.

Το πρώτο βιβλίο του αφορά την Άρτεμη και την Αθηνά. Σε αυτό το μέρος, οι λεπτομέρειες είναι λιγότερες και οι διάταξη του υλικού του κάπως ακατάστατη. Έχει κανείς την εντύπωση πως ο Παυσανίας έψαχνε το δρόμο του, ότι δεν είχε ακόμη κατασταλάξει σε ένα ικανοποιητικό σχήμα. Στο δεύτερο βιβλίο το αφιερωμένο στην Κόρινθο, έχει βρει τον ρυθμό του, αποκαλύπτοντας ένα πολύ πρακτικό σχέδιο για την ξενάγηση του αναγνώστη στα αξιοθέατα της περιοχής. Αρχίζει με ένα ιστορικό διάγραμμα, μικρό η μεγάλο κατά τις περιστάσεις, για να μας εισαγάγει στην περιοχή. Ύστερα παίρνει τον συντομότερο δρόμο από τα σύνορα στην πρωτεύουσα, σημειώνοντας ό,τι ενδιαφέρον υπάρχει κατά την διαδρομή. Συνεχίζει πηγαίνοντας κατευθείαν στο κέντρο της πόλης συνήθως στην αγορά, περιγράφει τα αξιοθέατα που υπάρχουν εκεί και ύστερα εξερευνά όλους τους δρόμους που ξεκινούν από αυτό το σημείο. Αφού τελειώσει με την πρωτεύουσα, προχωρεί στην υπόλοιπη περιοχή, υπό την δικαιοδοσία της. Πάει κι έρχεται σε κάθε κύριο δρόμο από την πρωτεύουσα ως τα σύνορα της με γειτονικές πόλεις, αναφέροντας κάθε αξιόλογο χωριό η μνημείο που βρίσκεται καθοδόν. Όταν εξαντλήσει κάθε δρόμο που οδηγεί στα σύνορα τα περνά και ξεκινά από την αρχή με την γειτονική πόλη. Αυτή τη διαδικασία ακολουθεί για την Κόρινθο και το Άργος στο βιβλίο Β., την Σπάρτη στο βιβλίο Γ., την Μαντίνεια, την Μεγαλόπολη, και την Τεγέα στο βιβλίο Η., και τις Θήβες στο βιβλίο Θ.

Αναπόφευκτα, οι τρείς περιοχές που συγκεντρώνουν τα περισσότερα και μεγαλύτερα μνημεία του παρελθόντος απορροφούν και το μεγαλύτερο μέρος της διήγησης του. Η Αθηνά (βιβλίο Α), το μέγα ιερό του Δία στην Ολυμπία (βιβλία Ε και Σ), το μέγα ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς (βιβλίο Ι). Ο Παυσανίας επιμένει περισσότερο στην Ολυμπία. Σε μια από τις εκδόσεις του έργου του, η περιγραφή της καλύπτει εξήντα έξι σελίδες, ενώ η περιγραφή των Αθηνών σαράντα οκτώ και των Δελφών τριάντα τρείς. Όπως πάντα, η ταύτιση και η περιγραφή των μνημείων αποτελεί μόνον ένα μέρος του κειμένου ενώ το υπόλοιπο απαρτίζεται από αφηγήσεις συχνά μακροσκελείς, σχετικές με την μυθολογία, την ιστορία και την θρησκεία.




Οι πρόσθετες πληροφορίες είναι τόσο εκτενείς – και πολλές φορές τόσο άσχετες – που δίνουν την εντύπωση ότι ο Παυσανίας τις περιελάμβανε για να προσελκύσει ένα ευρύτερο κοινό και όχι μόνον τους περιηγητές που είχαν ανάγκη οδηγού. Στην περιγραφή του Βουλευτηρίου των Αθηνών, για παράδειγμα, αναφέρει έναν πίνακα που βρισκόταν εκεί και παρίστανε την αντίσταση των Αθηναίων κατά την επιδρομή των Γαλατών, και με αυτή ην αφορμή γεμίζει δυο σελίδες με την ιστορία τους. Λίγο πιο κάτω η τυχαία αναφορά σε δυο βασιλείς των ελληνιστικών χρόνων γίνεται αφορμή για δωδεκασέλιδη εξιστόρηση αυτών των χρόνων. Υπάρχουν αφηγήσεις για φυσικά παράδοξα όπως οι σεισμοί, οι παλίρροιες και η παγωμένη απεραντοσύνη του Βορρά. Υπάρχουν αναφορές σε εξωτικά πουλιά και ζώα – παπαγάλους, καμήλες, τη στρουθοκάμηλο, το ρινόκερο, τα τεράστια φίδια της Ινδίας. Κάτι τέτοιες παρεμβάσεις μαζί με τις ατέλειωτες μυθολογικές και ιστορικές σημειώσεις, μοιάζουν καμιά φορά να παραφορτώνουν τον καθαυτό οδηγό. Αλλά δεν είναι έτσι. Αν δημοσιεύαμε το κείμενο του Παυσανία σαν σύγχρονο ταξιδιωτικό οδηγό, με τις ιστορικές εισαγωγές και τις εκτενείς περιγραφές με μικρότερα τυπογραφικά στοιχεία και τα δευτερεύοντα θέματα σε υποσημειώσεις και παραρτήματα, η γερή δομή του και η εσωτερική του συνοχή θα ήταν ολοφάνερες.

Είναι πραγματικά ένας πολύ καλός οδηγός, τόσο ακριβής όσο θα μπορούσε κανείς να περιμένει από ένα πρωτοποριακό έργο γραμμένο με στοιχειώδη μόνο βοηθήματα. Το μυθολογικό υλικό του προερχόταν από τους παλαιότερους ποιητές, και ειδικά από τον Όμηρο. Για τα ιστορικά γεγονότα είχε συμβουλευτεί όλες τις αυθεντίες, τον Ηρόδοτο, τον Θουκυδίδη, τον Ξενοφώντα, τον Πολύβιο και άλλους πολλούς των οποίων τα έργα δεν σώθηκαν, όπως και ορισμένους συγγραφείς τοπικών ιστοριών. Όπου έβρισκε αντιφάσεις, τις συνέκρινε και υιοθετούσε την άποψη που ο ίδιος έκρινε ότι πλησίαζε περισσότερο στην αλήθεια. Ορισμένες πληροφορίες τις αντλούσε από επιγραφές σε δημόσια οικοδομήματα ή ιερά, ή γύρω από αυτά. Και αυτές επίσης τις συνέκρινε πριν βγάλει το δικό του συμπέρασμα. Άλλες πληροφορίες, όπως τις διαστάσεις των κτιρίων ή λιγότερο γνωστές τοπικές παραδόσεις, πρέπει να τις πήρε από τους ξεναγούς. Παρά την δικαιολογημένη δυσπιστία του στις φλυαρίες τους, εγκατέλειπε κατά καιρούς τις επιφυλάξεις του και δεχόταν ως δεδομένο κάτι που ήταν ολοφάνερα απίστευτο. Αλλά ο πυρήνας εν τέλει του έργου του είναι οι περιγραφές των μνημείων και των περιοχών και τα περισσότερα από αυτά είναι σχεδόν βέβαιο ότι τα επισκέφθηκε ο ίδιος. Το έργο του μας μεταδίδει ότι είδε με τα ίδια του τα μάτια- και ήταν ένας οξυδερκής και προσεκτικός παρατηρητής.

Χωρίς ιδιαίτερη αξία ως συγγραφέας ή στοχαστής, αλλά σοβαρός νηφάλιος και σχολαστικός, ακούραστα φιλόπονος και με βαθύτατο σεβασμό προς την ακρίβεια, ο Παυσανίας αποτελεί ορόσημο στην ιστορία του τουρισμού. Είναι ο άμεσος πρόγονος του επίσης νηφάλιου και προσγειωμένου, εξαντλητικά περιεκτικού και σχολαστικά ακριβούς Κάρλ Μπαίντεκερ, ο οποίος με τη σειρά του αποτέλεσε πρότυπο για τους Guides Bleus και τους άλλους οδηγούς που κρατούμε σήμερα στα χέρια μας όταν περιηγούμαστε αξιοθέατα. Και για τους αρχαιολόγους και ιστορικούς της αρχαίας ελληνικής τέχνης και αρχιτεκτονικής, το έργο του έχει ανυπολόγιστη αξία. Όπως λέει και ο μεταφραστής του J. G. Fraser:

«Χωρίς τον Παυσανία τα ερείπια της Ελλάδας θα ήταν κατά μέγα μέρος λαβύρινθος χωρίς μίτο, αίνιγμα χωρίς λύση. Τα βιβλία του παρέχουν τον μίτο για τον λαβύρινθο, τη λύση για πολλά αινίγματα. Θα διαβάζεται και θα μελετάται όσο η αρχαία Ελλάδα θα εξακολουθεί να έλκει την προσοχή και να ξυπνά το ενδιαφέρον του ανθρώπινου γένους».





Ο Παυσανίας σήμερα - μία αποτίμηση

Εισαγωγή

Δεν υπάρχει σήμερα αναγνώστης, αλλά και ευρύτερα ενημερωμένος αρχαιόφιλος, ο οποίος να μην αναγνωρίζει την καταλυτική συμβολή του οδοιπορικού του Παυσανία στην ανασύσταση και τεκμηρίωση της μνημειακής και ιστορικής τοπογραφίας της αρχαίας Ελλάδας, αλλά και στη διασάφηση θεμάτων μιας πολύπτυχης, όσο και πολυμερούς θεματικής του αρχαίου κόσμου. Μια τέτοια αξιωματική τοποθέτηση, όπως η παραπάνω, είναι βέβαιο ότι θα δημιουργούσε πολλές απορίες και ενστάσεις σε παλαιότερες εποχές, όταν ο περιηγητής Παυσανίας δεν βρισκόταν στις προτεραιότητες της έρευνας και η ενασχόληση μαζί του είχε πρωτίστως ευκαιριακό, παραπληρωματικό χαρακτήρα. Η στροφή, όμως, της έρευνας – πιο σωστά των ενδιαφερόντων των θεραπόντων της – και σε θέματα πέρα από την αισθητική ανάλυση του αρχαίου κόσμου, την "καλή" τέχνη των ολίγων, τις εκφάνσεις πρωτίστως του δημόσιου βίου κ.ά. συναφή, σε ζητούμενα πρωτόγνωρα για άλλες εποχές, όπως η πολυεπίπεδη μελέτη της υπαίθρου χώρας – της extra muros δηλαδή, σε αντιδιαστολή με τη μέχρι τότε κρατούσα, αυτής των άστεων, της intra muros –, η ενδελεχής διερεύνηση του υλικού πολιτισμού, ή η εμβάθυνση στα τετριμμένα του καθημερινού βίου, στην τέχνη και τις τεχνικές των πολλών, είχε ως αποτέλεσμα, μεταξύ πολλών άλλων, όχι μόνον την "υιοθεσία" του Παυσανία, αλλά, το μείζον, την επανάχρησή του ως πηγής με άλλο γνώμονα, πρίσμα και διάθεση.
 Έτσι, οι πραγματωθείσες την τελευταία εικοσιπενταετία επιφανειακές έρευνες (survey) στην ελληνική ύπαιθρο – κατά κανόνα πολύχρονες και σε διεπιστημονική, διαχρονική βάση εφαρμογής – σε συνδυασμό με τις κατά τόπους ανασκαφές, ιδίως στα μεγάλα άστη και ιερά, αλλά και τις επι μέρους θεματολογικές μελέτες του οδοιπορικού του, ανέδειξαν την αξία του περιηγητή ως απόλυτα αξιόπιστου πληροφορητή, επίμονου και ακριβούς στην αυτοψία και περιγραφή, φιλομαθούς και ακάματου ταξιδιώτη. Σήμερα, λοιπόν, διαθέτουμε πληρέστερη και, το κυριότερο, καλά τεκμηριωμένη εικόνα του οικιστικού πλέγματος της χώρας πολλών αρχαίων κρατών, αλλά και των πολυποίκιλων οικιστικών εξαρτημάτων τους, από περιφερειακά ιερά, ηρώα, μνημεία, έως κρήνες και δίκτυα άμυνας, ή ασφαλείς χαράξεις των διαδρομών του τότε οδικού δικτύου˙ σήμερα, με βάση τη μελέτη του Παυσανία επιχειρούμε ερμηνευτική ανασύσταση του δημόσιου κέντρου της ρωμαϊκής Σπάρτης, ή προσδιορίζουμε ονοματοδοσίες και ταυτίσεις κτηρίων σε ένα άστυ, που υψώνεται λαμπρά αναστηλωμένο, σε μέγεθος πρωτόγνωρο για την Ελλάδα, και εννοώ βεβαίως τη Μεσσήνη. Και ακολουθούν Αθήνα, Ολυμπία, Δελφοί, για τα οποία συνέβαλε καθοριστικά η επανάχρηση του Παυσανία, ώστε να αποκτήσουμε και εδώ "άλλη" εικόνα – συνειδητά επιλέξαμε να προσεγγίσουμε σε "αυτές τις αναγνώσεις" το δίπολο άστυ-ιερό με εστίαση στις δυο πιο επώνυμες πόλεις και στα δύο ιερά με την υπερτοπική, οικουμενική απήχηση, διάσταση, ώστε η συγκριτική αντιδιαστολή τους να λειτουργήσει επαγωγικά. Για την ποιότητα, λοιπόν, αυτής της εικόνας αδιαπραγμάτευτο είναι το μέγεθος της συμβολής του Παυσανία. Από κάθε άποψη του οφείλουμε πολλά, στα όσα περισσότερα μας προσέφερε εκείνος, συνεχίζοντας να προσφέρει στο διηνεκές.



Εξαίροντας τη συμβολή του Παυσανία, δεν σημαίνει ότι παραβλέπουμε τις όποιες αδυναμίες, ή προβλήματα, απόρροια πρωτίστως του είδους του έργου του, ή των βιωμάτων και της ιδιοσυγκρασίας του συγγραφέως του. Προφανώς και υπάρχουν παραλείψεις ή και λάθη στο οδοιπορικό του, είτε από ελλιπή ενημέρωση και γνώση (αφού συχνότατα υιοθετεί τα των ξεναγών του), είτε εκ παραδρομής, ή από οποιαδήποτε άλλη αστάθμητη, όσο και δυσπροσδιόριστη αιτία, αλλά αυτά σε καμία περίπτωση δεν μπορούνα να αμαυρώσουν, ή να υποβαθμίσουν το όλο έργο του˙ δεν μπορούν να τον υποβιβάσουν σε ήσσονα, παραπληρωματική πηγή της αρχαίας γραμματείας.

Σήμερα, αδιάψευστη απόδειξη της σημασίας και αξίας του έργου του Παυσανία αποτελούν οι συναφείς εκδόσεις της τελευταίας εικοσιπενταετίας, με σαφή αριθμητική πρόοδο, οι οποίες καλύπτουν ευρύτατο φάσμα θεματικής και παρέχουν ικανή αποτίμηση των πεπραγμένων: νέο κείμενο (νέα δηλαδή κριτική έκδοση στην Teubner και πάλι), νέες μεταφράσεις στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, σχόλια και υπομνήματα (commentary) του οδοιπορικού, αρκετές μονογραφίες, ή πρακτικά συνεδρίων με αποκλειστικό αντικείμενο τον περιηγητή και το έργο του – ενημερωμένα με τις πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες.

Στη σημερινή Ελλάδα, τέλος, η αναφορά του ονόματος Παυσανίας όχι μόνον δεν δημιουργεί πλέον στους εκτός του χώρου μας συνειρμικές παραστάσεις αποκλειστικά για ταξίδια και εκφρομές – ένεκα ομώνυμης τουριστικής επιχειρήσεως –, αλλά έγινε του συρμού η αναφορά στις διαδρομές και τα αξιομνημόνευτα του περιηγητή, ώστε να αποτελεί ο τελευταίος κινητήρια δύναμη της τοπικής οικονομίας: έτσι, "μνημεία" της χλωρίδας, λ.χ., τον έχουν ως ανάδοχο του ονόματός τους – η άμπελος, ή η πλάτανος του Παυσανία! –, νεόδμητοι ξενώνες και χώροι εστιάσεως καλύπτουν τις ανάγκες των σύγχρονων μιμητών του, ή η υιοθεσία του από τον τουρισμό, παρέχοντας "νέο προϊόν", είναι απτή πραγματικότητα. Και περιττεύει, νομίζω, η επισήμανση πως τούτη η "ανακάλυψη" αντανακλά ακριβώς, έστω με έμμεσο και μακρινό τρόπο, κάποιον απόηχο της πραγματωθείσας στην επιστημονική έρευνα επανάκρισης και καταξιώσεως του Παυσανία.



Οι Διαδρομές


Με βάση τα πορίσματα της έρευνας παρέχεται το σύνολο των διαδρομών του εικοσάχρονου ταξιδιού του Παυσανία ανά την Ελλάδα. Η κλίμακα του χάρτη επέβαλε τη σχηματική απόδοση των διαδρομών (με γραμμές και όχι ακολουθώντας το εδαφικό ανάγλυφο), όπως και την απάλειψη της αναφοράς της αφετηρίας και του προορισμού. Διακρίνονται, όμως, τα σημεία όπου υπάρχει διχογνωμία ή ασάφεια στο δρομολόγιο του περιηγητή (διακεκομμένη γραμμή)˙ επιπλέον, διακρίνονται χρωματικώς οι χερσαίες και οι θαλάσσιες διαδρομές. Παρακολουθώντας ο θεατής τον χάρτη του οδοιπορικού του Παυσανία μπορεί να εννοήσει τόσο το μέγεθος του έργου του (σχεδόν 300 είναι τα σημεία-προορισμοί εκτός άστεων, δηλαδή στην ύπαιθρο χώρα) – ας αναλογισθούμε πόσο χρόνο θα έπρεπε να διαθέσει ο σημερινός ταξιδιώτης, παρά την κατά πολύ ευχερέστερη μετακίνησή του, ώστε να επισκεφθεί τον ίδιο χώρο –, όσο και τον σχεδιασμό και τη μέθοδό του˙ με αφετηρία την πνευματική πρωτεύουσα Αθήνα και τη χώρα της Αττική καλύπτει περιμετρικά την Πελοπόννησο, πριν περάσει στην ανατολική Στερεά Ελλάδα. Αξιοσημείωτη είναι η μέθοδός του, με έδρα το οικιστικό κέντρο μιας περιοχής να επισκέπτεται την ενδοχώρα με ακτινωτές διαδρομές, ώστε να την γνωρίσει και περιγράψει ενδελεχώς. Όταν η περίσταση το απαιτεί, τότε επεκτείνεται σε λεπτομερείς περιγραφές, "χάνεται" κυριολεκτικώς στον χώρο απαριθμώντας τα πάντα: το καλύτερο παράδειγμα αποτελεί το ιερό της Ολυμπίας, που του αφιέρωσε δύο βιβλία (Ηλιακά), παραβιάζοντας την αρχή του κάθε γεωγραφική περιοχή να περιλαμβάνεται σε ένα˙ άλλοτε παθιάζεται με την τοπική μυθολογία και ιστορία, ώστε να υποβαθμίζει την περιγραφή της χώρας, όπως στα Μεσσηνιακά (29§ η ιστορία και 7§ η χώρα).



Έτσι όπως μας διασώζει ο Παυσανίας (ii.1.7-.8)  στον πλούσιο διάκοσμο από μπρούτζο και ελεφαντόδοντο του ναού του Ποσειδώνος στην Κόρινθο , ο οποίος έγινε με παραγγελία ενός ρωμαίου, τα άλογα που περιγράφονται είναι μάλλον ιππόκαμποι:  


«[…]τὰ Ἴσθμια ἑστήκασιν εἰκόνες, τοῦτο δὲ πιτύων δένδραἐστὶ πεφυτευμένα ἐπὶ στοίχου, τὰ πολλὰ ἐς εὐθὺ αὐτῶνἀνήκοντα. τῷ ναῷ δὲ ὄντι μέγεθος οὐ μείζονι ἐφεστήκασι Τρίτωνες χαλκοῖ. καὶ ἀγάλματά ἐστιν ἐν τῷ προνάῳ δύο μὲν Ποσειδῶνος, τρίτον δὲ Ἀμφιτρίτης, καὶ Θάλασσα καὶαὕτη χαλκῆ. τὰ δὲ ἔνδον ἐφ' ἡμῶν ἀνέθηκεν ἩρώδηςἈθηναῖος, ἵππους τέσσαρας ἐπιχρύσους πλὴν τῶν ὁπλῶν:ὁπλαὶ δέ σφισίν εἰσιν ἐλέφαντος. καὶ Τρίτωνες δύο παρὰτοὺς ἵππους εἰσὶ χρυσοῖ, τὰ μετ' ἰξὺν ἐλέφαντος καὶ οὗτοι: τῷ δὲ ἅρματι Ἀμφιτρίτη καὶ Ποσειδῶν ἐφεστήκασι, καὶ παῖςὀρθός ἐστιν ἐπὶ δελφῖνος ὁ Παλαίμων: ἐλέφαντος δὲ καὶχρυσοῦ καὶ οὗτοι πεποίηνται. τῷ βάθρῳ δὲ ἐφ' οὗ τὸ ἅρμα μέση μὲν ἐπείργασται Θάλασσα ἀνέχουσα Ἀφροδίτην παῖδα,ἑκατέρωθεν δέ εἰσιν αἱ Νηρηίδες καλούμεναι.»





Πηγές:

Γ. Α. Πίκουλας
http://arcadia.ceid.upatras.gr/
http://thanasisaquarium.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου