ΕΛΛΑΔΑ-ΚΟΡΙΝΘΙΑ

ΕΛΛΑΔΑ-ΚΟΡΙΝΘΙΑ

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2019

ΟΙ ΚΛΟΥΒΙΤΕΣ ΤΩΝ ΤΡΑΙΝΩΝ (1941-1944)

«ΟΙ ΚΛΟΥΒΕΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»
Κλούβα. Από το φωτογραφικό αρχείο του Σπύρου Μελετζή
Η συγκεκριμένη φωτογραφία με τους Κλουβίτες των τρένων - διά χειρός του σπουδαίου φωτογράφου της Αντίστασης Σπύρου Μελετζή. Αποτελεί για μένα ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά φωτογραφικά στιγμιότυπα του πνεύματος της Κατοχής στη χώρα μας, εκφράζοντάς το ολοζώντανα. 
Παρατηρήστε τη φωτογραφία προσεκτικά. Κατ' αρχάς, κάτω δεξιά, μόλις που διακρίνονται οι ράγες της σιδηροδρομικής γραμμής. Κι ακόμα, δύο τουλάχιστον από τους ομήρους (εκείνος, σε πρώτο πλάνο, ο καθιστός με το άσπρο μαντίλι στο κεφάλι, όπως και ο όρθιος στ' αριστερά του με το ανοιχτόχρωμο παντελόνι, που έχει το ένα του χέρι πλεγμένο στο συρματόπλεγμα και είναι γυρισμένος προφίλ) είναι προφανές ότι χαμογελάνε. Αυτή η φωτογραφία, αυτό το ανατριχιαστικό στιγμιότυπο όπου απεικονίζονται Κλουβίτες, είναι ασφαλώς σήμα κατατεθέν της γερμανικής κατοχής. 

Οι κολασμένοι κλουβίτες της κατοχής- Του Ανδρέα Δενεζάκη

Η «κλούβα» ήταν μια σατανική ναζιστική επινόηση των γερμανικών δυνάμεων κατοχής, με στόχο να κυκλοφορούν ανενόχλητα τα στρατιωτικά τρένα και να αποτρέπουν μ’ αυτή την ανθρώπινη ασπίδα, τα σαμποτάζ και τις επιθέσεις της Αντίστασης. Ηταν ένα φορτηγό βαγόνι ανοιχτό που κλείνονταν από γύρω και από πάνω με σιδεριές και πυκνό αγκαθωτό συρματόπλεγμα. Στο πάτωμα του βαγονιού τοποθετούνταν εκρηκτικές ύλες που συνδέονταν με ηλεκτρικό καλώδιο με έναν πυροκροτητή, στα χέρια ενός Γερμανού λοχία, υπεύθυνου για την ανατίναξη της Κλούβας.

Το βαγόνι του θανάτου το φόρτωναν με κρατούμενους – μελλοθάνατους, συλληφθέντες αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, που μάζευαν από τις φυλακές και τα στρατόπεδα αιχμαλώτων ή απλούς κατοίκους, συνήθως από τα χωριά από τα οποία περνούσε το τρένο, το τοποθετούσαν μπροστά από την ατμομηχανή, ώστε  αν το τρένο πέσει σε νάρκη να ανατιναχτεί η Κλούβα με τους κρατούμενους και να γλιτώσει η μηχανή και τα υπόλοιπα βαγόνια. Το ίδιο συνέβαινε στην περίπτωση που η αμαξοστοιχία δεχόταν επίθεση από τους αντάρτες. Ο Γερμανός λοχίας πυροδοτούσε τα εκρηκτικά και ανατίναζε τη κλούβα με τους ομήρους.

Τέτοιες Κλούβες με κρατούμενους κυκλοφορούσαν σε όλο το σιδηροδρομικό δίκτυο της Πελοποννήσου και σε εκείνο της Αθήνας – Θεσσαλονίκης.

Η άνανδρη πρακτική της Κλούβας δεν κατάφερε να σταματήσει την αντιστασιακή δράση, τις επιθέσεις και τα σαμποτάζ στα στρατιωτικά τρένα των καταχτητών. Πολλές φορές οι ίδιοι οι κλουβίτες, με κραυγές και συνθήματα, παρακινούσαν τους αντάρτες να μην ματαιώσουν τις επιχειρήσεις τους και να επιτεθούν, αψηφώντας την ύπαρξη τους.

Γύρω από τις Κλούβες δραστηριοποιήθηκαν έντονα η Εθνικής Αλληλεγγύη, διάφορες άλλες φιλανθρωπικές οργανώσεις και ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός, κάτω από την κάλυψη του οποίου αρκετές φορές δρούσε το ΕΑΜ. Σε σταθμούς όπου έκανε στάση η αμαξοστοιχία έτρεχαν οι οργανώσεις με κάθε τρόπο να προσφέρουν στους κλουβίτες λίγο νερό, τρόφιμα, κανένα τσιγάρο, λόγια παρηγοριάς και πληροφορίες.

Ο ΕΛΑΣ στις επιχειρήσεις του έπαιρνε υπόψη του τις Κλούβες και προσπαθούσε να έχουν τις λιγότερες απώλειες. Αρκετές φορές επιχειρήθηκαν επιθέσεις με στόχο την απελευθέρωση των κλουβιτών.

Ομηροι στην Κλούβα

Ο Παρασκευάς Βελησσάρης αγηγείται τις αναμνήσεις του σαν κλουβίτης στα χρόνια της γερμανικής κατοχής.

Αναδημοσιεύσαμε στον Ημεροδρόμο , για πρώτη φορά, την 1 Ιούλη 2017, από την Εφημερίδα «Φωνή της Βλαχοκερασιάς», με ιδιαίτερη ευχαρίστηση, την εξαιρετική αφήγηση που κατέγραψε η Αγγελική Κατσαφάνα, του 93χρονου αειθαλούς αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης, κλουβίτης στα χρόνια της κατοχής,   Παρασκευά Βελισσάρη:

 «Το  καλοκαίρι του 1944, ενώ ήμουν κρατούμενος στις φυλακές της Τρίπολης στα υπόγεια του Δικαστικού μεγάρου, με πήραν μαζί με άλλους φυλακισμένους ΕΑΜίτες και μας έκλεισαν στην  «κλούβα» που έκανε δρομολόγιο Τρίπολη – Κόρινθο. Η κλούβα ήταν ένα ξεσκέπαστο βαγόνι  του τραίνου, φραγμένο με πολλά παλούκια και αγκαθωτά σύρματα γύρω -γύρω  και από  πάνω, το οποίο  προπορευόταν των αμαξοστοιχιών για την ασφάλεια των σιδηροδρομικών μεταφορών των Γερμανών. Στη μέση της κλούβας υπήρχε  νάρκη συνδεδεμένη με καλώδια   και στο ίδιο βαγόνι ήμασταν κι εμείς, 25-30 άνδρες, στριμωγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, έτοιμοι ανά πάσα ώρα να ανατιναχτούμε στον αέρα αν δεχόταν επίθεση το τραίνο. Μαζί με μένα στην κλούβα ήταν και δυο άλλοι Βλαχοκερασιώτες, ο Γρηγόρης  Κοντογιάννης και ο Παναγιώτης Κοπίτας, καθώς κι ένας Αλεποχωρίτης. Ήταν κι ένας Λάκωνας από την Αμερική που εγκλωβίστηκε με τον πόλεμο στην Ελλάδα και δεν μπόρεσε να φύγει, λόγιος άνθρωπος. Καθόταν απέναντί μου και εξοικονομούσαμε το χώρο να σταθούμε.

Οι συνθήκες  στην «κλούβα» ήταν τραγικές. Κάναμε νύχτα μέρα το δρομολόγιο Τρίπολη – Κόρινθος κάτω από το καυτερό λιοπύρι σαν ετοιμοθάνατοι. Διψούσαμε και όταν μας δίνανε νερό μας έδιναν από αυτό που ρίχνανε στις ατμομηχανές. Ήμασταν και γεμάτοι ψείρες. Αποπατούσαμε στην άκρη της κλούβας που υπήρχε μια τρύπα. Μπορούσες να τρελαθείς εκεί μέσα.

Και με το φαγητό υπήρχε πρόβλημα. Ευτυχώς όμως η οργάνωση του ΕΑΜ στο Παρθένι είχε πείσει ορισμένες μαυροφορεμένες γυναίκες και ερχόντουσαν στο σταθμό όπου σταμάταγε η αμαξοστοιχία, και φέρνανε μαγειρεμένο πληγούρι,  τραχανά…, σε πήλινα δοχεία για να μην πεθάνουμε της πείνας. Δίνανε τσιγάρα στους φρουρούς, τους δελεάζανε και τις άφηναν  να μας δώσουν το φαγητό που το μοιράζαμε μεταξύ μας χωρίς να λείπουν και οι παρεξηγήσεις. Όμως μια μέρα βρέθηκε μέσα στο πληγούρι ένα ψαλίδι, (που μπορούσε να κόψει το σύρμα). Έγινε αντιληπτό από τους φρουρούς και αυτό μας κόστισε. Σταμάτησε η τροφοδοσία μας εκεί. Συνεχίστηκε βέβαια  από γυναίκες στο Χιλιομόδι της Κορινθίας που γινόταν στάση, μόνο που οι Γερμανοί έψαχναν με την ξιφολόγχη το πληγούρι …που μας έδιναν. Ένας κλουβίτης είχε βγάλει κι ένα τραγούδι στις Χιλιομοδίτισσες που ξεκίναγε: «Γεια σας Χιλιομοδίτισσες της λευτεριάς καμάρι…».  Σε αντίθεση στο  Ελαιοχώρι όταν περνούσε το τραίνο είχαν τέτοιο μίσος που μας πετούσαν λιθάρια. Στην Κόρινθο μερικές φορές  που μας κατέβαζαν σε μια αποθήκη  μας έδινε κάτι να φάμε ο Ερυθρός Σταυρός.

Στο δρόμο συναντούσαμε κι άλλες κλούβες. Ερχόταν κλούβα από Αθήνα –Τρίπολη, Πάτρα –Τρίπολη, Καλαμάτα –Τρίπολη σε αυτήν μέσα πηγαινοερχόταν  μελλοθάνατος  κι ο βλαχοκερασιώτης «Ψαήλας» (Γεώργιος Μάνδρος). Θυμάμαι μια φορά στο σταθμό του Άργους ήταν εκεί και μια άλλη κλούβα και στην αμαξοστοιχία οι Γερμανοί μετέφεραν πόρνες. Μου έκανε εντύπωση που μας χαιρετούσαν οι πόρνες και προσπαθούσαν να μας  δώσουν θάρρος: «τα βάσανά σας γρήγορα θα τελειώσουν, κουράγιο», μας έλεγαν. Πολλές από αυτές θα ήταν εξαναγκασμένες από τους Γερμανούς να τους ακολουθούν… 

Θυμάμαι και κάποια άλλα περιστατικά. Από την κλούβα Αθήνας –Κορίνθου δραπέτευσαν κάποια μέρα 12-15  έγκλειστοι, που έκοψαν το συρματόπλεγμα χωρίς να τους πάρουν είδηση οι φρουροί κι πήδηξαν ένας- ένας  έξω στο χαντάκι, γιατί τα τρένα πήγαιναν σιγά- σιγά, καίγανε ξύλα και κάρβουνα. Έτσι τη γλίτωσαν. Αντικαταστάθηκαν βέβαια από άλλους. Έγινε χαμός τότε από τους Γερμανούς…

Άλλη φορά σε κλούβα  στο  δρομολόγιο Αθήνας –Πάτρας  έξω από το Αίγιο, που μετέφερε πολεμικό υλικό έστησε ενέδρα ο ΕΛΑΣ για να απελευθερώσει τους κρατούμενους κλουβίτες. Δεν τα κατάφερε, σκοτώθηκαν 5-6 Ελασίτες, εξερράγη η  νάρκη και γλίτωσε από τους κλουβίτες μόνο ένας από τα Βούρβουρα. Είχε τύχη. Τα αέρια της νάρκης που εξερράγη τον πέταξαν έξω στη γράνα, μισολιπόθυμο, αργότερα συνήλθε και σώθηκε[5].

Όταν οι Γερμανοί έφυγαν   παρέδωσαν εμάς όλους τους κλουβίτες στο διοικητή του στρατοπέδου των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Κόρινθο που μας είπε: «Αν δεν συμφωνήσω με τους απέξω (δηλαδή  το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ) θα σκοτώσω εσάς πρώτα, αν και σας λυπόμουν που σας έβλεπα τι μαρτύριο τραβούσατε. Έχω 400 στρατιώτες και 4 κανόνια, θα διαλύσω την Κόρινθο». Μας έβαζε  καθημερινά να μαδάμε τα φύλλα από τις κληματόβεργες των αμπελιών για να απογυμνώνει τον τόπο  να μην μπορούν να κρυφτούν οι επιτιθέμενοι. Όμως μαζεύτηκαν διάφορες προσωπικότητες από την Κορινθία, επιστήμονες, έμποροι … και του είπαν να φύγει  και να μην συγκρουστεί με τους Ελασίτες που ήδη είχαν μπει στην Τρίπολη και περισφίγγανε και την Κόρινθο. Αυτοί οι Κορίνθιοι πολίτες μας φέρανε και ρούχα, ήμασταν ρακένδυτοι, πήρα κι εγώ κάποιο πουκάμισο. Με την παρέμβαση  των παραπάνω, του  αρχιεπισκόπου Κορίνθου και δυο ερυθροσταυριτών, μας απέλυσε ο συνταγματάρχης και το αυτοκίνητο της Εκκλησίας μας συνόδευσε μέχρι το Άργος.

Γύρισα σπίτι μου άρρωστος. Άρρωστος  από τύφο. Είχα κολλήσει τύφο ή από το νερό που μας έδιναν στην κλούβα ή από πηγάδι που πίναμε νερό  στο στρατόπεδο. Δυο φορές με επισκέφτηκε ο γιατρός Μπούρτζος από την Αρβανιτοκερασιά. Δεν είχαμε και πάγο που χρειαζόταν για την αρρώστια. Ευτυχώς στις 11 Οκτώβρη έριξε χιόνι, το στουπώσαμε και το χρησιμοποιήσαμε για πάγο.

Φρικτές καταστάσεις… στη φυλακή να πέφτει άγριο ξύλο, στην κλούβα όμηρος να παίζεις κρυφτούλι με το θάνατο…»

Οι κλουβίτες ήταν μαρτυρικοί ήρωες, που όταν κατάφερναν να επιβιώσουν από τις νάρκες, την ανατίναξη της Κλούβας, την πείνα, την δίψα και τις αρρώστιες, αποτελούσαν πάντα μια πρώτη δεξαμενή από την οποία οι Γερμανοί, συχνά, διάλεγαν και εκτελούσαν σε αντίποινα για τη δράση των Αντιφασιστικών Οργανώσεων του αγωνιζόμενου λαού.


Δυο Μάχες για την απελευθέρωση των κλουβιτών

Από τις αρχές του 1944 οι Σύμμαχοι εκπονούν το σχέδιο «Κιβωτός» που θα έμπαινε σε εφαρμογή από τα μέσα του Απρίλη. Το σχέδιο «Κιβωτός» είχε στόχο, ανάμεσα στα άλλα, να παραπλανήσει τους Γερμανούς σε σχέση με τη συμμαχική απόβαση στη Νορμανδία και προέβλεπε μια σειρά επιθέσεων και καταστροφών, με σαμποτάζ, των συγκοινωνιών στην Ελλάδα, έτσι ώστε οι Γερμανοί να μην μπορέσουν εύκολα να μεταφέρουν βαρύ υλικό, να αποδιοργανωθούν σε βαθμό που να μην μπορούν να πάρουν αμέσως θέση σε μάχες σε άλλο μέτωπο, αλλά να έχουν ανάγκη από ανασυγκρότηση. Για την εκτέλεση του σχεδίου, στον ελλαδικό χώρο, ζητήθηκε η συνεργασία του ΕΛΑΣ και αυτός ανταποκρίθηκε άμεσα.

Σε όλη τη χώρα σημειώνονται επιθέσεις και ανατινάξεις αμαξοστοιχιών, γεφυρών και τούνελ. 12.4.1944 Δεμερή και Νεζερό, 16.4. Τέμπη, 21.4. Πετρομαγούλα Δομοκού, 29.4. σιδηροδρομική γραμμή Βόλου – Τρικάλων και στο Δομοκό, 3.5. Δοξαρά, 11.5. κοντά στη Βέροια, 20.5.  ανάμεσα Αγόριανη – Δρανίτσα – Δομοκό, 5.6. στενωπό Κλεισούρας στο δρόμο Μεσολόγγι – Αγρίνιο, 16.6. σιδ. σταθμός Καΐσας, 19.6. τρένο στη γραμμή Λάρισας – Θεσσαλονίκης, 23.6. Θέρμης – Καΐσας κλπ[1].

Μάχη και απελευθέρωση κλουβιτών στο Σταθμό Αιτωλικού

Το 2/36 εφεδρικό τάγμα του ΕΛΑΣ με έδρα την Σιβίστα, στο χώρο της ευθύνης του,  ανατολικά από το Κρυονέρι, Γαλατά, Περιθώρι, όλη η νότια πλευρά του Αρακύνθου μέχρι του κόμβου Συκιάς και Αχελώου δυτικά, εκτέλεσε μια σειρά από πολεμικές επιχειρήσεις: Ανατίναξε την Γαλαρία της Κλόκοβας και σταμάτησε έτσι την οδική επικοινωνία Μεσολογγίου Ναυπάκτου. Εξουδετέρωσε τον Παπά – Σπυρίδωνα Καραβία από το Δοκίμι Αγρινίου ο οποίος με ομάδα ταγματασφαλιτών είχε κατατρομοκρατήσει τους αγρότες την περιοχή Αγρινίου, Συκιάς. Ανατίναξε, στις 5 Ιούνη, την γέφυρα στον οδικό άξονα Μεσολογγίου- Αγρινίου στο τέρμα της Κλεισούρας (Φραγκουλέϊκα) και με άλλες ενέργειες σταμάτησε το πέρασμα των Γερμανών κατακτητών από την Κλεισούρα. Ανατίναξε την επιβατική αμαξοστοιχία στη θέση Τραγάνα χρησιμοποιώντας μια νάρκη Τέλερμαν μεγάλης εκρηκτικής ισχύος με αποτέλεσμα λόγω κατηφόρας η αμαξοστοιχία να βρεθεί 100 μέτρα μέσα σε φαράγγι και να ανασυρθεί μετά την απελευθέρωση. Ολιγομελές τμήμα του 2/36 εφεδρικού ΕΛΑΣ εξουδετέρωσε την Γερμανική φρουρά του τραίνου στο σταθμό του Γαλατά και έριξε την αμαξοστοιχία στον προβλήτα του Κρυονερίου.

Οι Γερμανοί έχοντας απόλυτη ανάγκη αυτή την επικοινωνία, ειδικά τον άξονα Μεσολογγίου- Αγρινίου ως μοναδική αρτηρία από Δυτική Ελλάδα σε Ήπειρο και Δυτική Μακεδονία για την Κεντρική Ευρώπη έλαβαν πρόσθετα μέτρα ασφάλειας:

Εγκατέστησαν στα Σταμνά τμήμα Γερμανοτσολιάδων και ομάδα Γερμανών με επικεφαλή αξιωματικό με όλα τα μέσα τηλεπικοινωνιών και μετακίνησης.

Ενίσχυσαν την φρουρά του τραίνου με 24 άνδρες με επικεφαλή αξιωματικό με ασύρματο τηλέφωνο.

Εγκατέστησαν περιστρεφόμενο μυδράλιο στο τελευταίο ανοιχτό βαγόνι.

Και το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι σαν πρώτο βαγόνι έβαλαν, ασπίδα για να αποφύγουν τις επιθέσεις του ΕΛΑΣ, κλούβα γεμάτη Έλληνες πατριώτες απ’ τις φυλακές Μεσολογγίου ή Αγρινίου ανάλογα με την φορά του τραίνου, και στο κέντρο της κλούβας νάρκη έτοιμη για ανατίναξη.

Ο συνταγματάρχης Ζούλας, Διοικητής του 36ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, εκδίδει διαταγή σύμφωνα με την οποία πρέπει να μελετηθεί και να οργανωθεί σαμποτάζ στο σταθμό του Αιτωλικού με σκοπό την εξόντωση της Γερμανικής φρουράς, την απελευθέρωση των κρατουμένων κλουβιτών και την ολική καταστροφή του τραίνου.

Την παραμονή της επιχείρησης έφτασαν και δυο σαμποτέρ Αγγλοι αξιωματικοί, ο Τόμσον και ο Εβερτ, μαζί με τον ανθυπολοχαγό της σχολής του βουνού, καπετάν Λευτέρη, ειδικού στα εκρηκτικά.

Στις 22 Ιούνη 1944, τμήματα του 36ου εφεδρικού Συντάγματος του ΕΛΑΣ, επιτέθηκαν στο σιδηροδρομικό σταθμό του Αιτωλικού.

Η αμαξοστοιχία ξεκίνησε από το Μεσολόγγι φορτωμένη με πολεμοφόδια και με επιβάτες 50 Γερμανούς, Πολωνούς στρατιώτες και Ελληνες χωροφύλακες. Την ώρα που έμπαινε στον Σταθμό του Αιτωλικού και αφού προσπέρασε η κλούβα και η ατμομηχανή, έγιναν αλλεπάλληλες ανατινάξεις. Ακολούθησε μάχη με τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους.

Οι έμπειροι μαχητές του 2/36 τάγματος του ΕΛΑΣ μέσα σε λίγο χρόνο με τα όπλα, με επιθετικές χειροβομβίδες  πέτυχαν τον πλήρη αιφνιδιασμό των Γερμανών. Ήταν η μοναδική μάχη που εξοντώθηκαν όλοι οι Γερμανοί.  Οι απώλειες των Γερμανών ήταν 30 νεκροί και 3 αιχμάλωτοι. Απ’ την μεριά των ανταρτών 8 νεκροί, καθώς και 4 επιβάτες της αμαξοστοιχίας ήταν το βαρύ τίμημα.

Σκοτώθηκαν οι αντάρτες: Μανώλης Λεμονής – Σταύρος Ζενεμπής (Αιτωλικό), Νίκος Έξαρχος (Χαραυγή Θεσπρωτίας), Γιάννης Σιμήρης (Μεσολόγγι), Μάρκος Μάρκου – Βασίλης Κρανιώτης (Ευηνοχώρι), Άγγελος Δαραμούσκας (Κούμανι Ηλείας), Βιτόριο Ιταλός Αντιφασίστας. Ακόμα τραυματίστηκαν οι αντάρτες Θεοφάνης Δημαράς με διαμπερές τραύμα στο στήθος απ’ το οποίο απεβίωσε αργότερα και ο Γιώργος Βλάχος από το Γαλατά.

Σκοτώθηκαν οι επιβάτες: Γερ. Μαρούδας ιερέας, Γεωργ. Σκουφής σιδηροδρομικός,  Γιώργος Καφρίτσας, Αρσινόη Λύτρα. Τραυματίστηκε ελαφρά ο επιβάτης του τραίνου Χρ. Χριστοδούλου[2].

Στην αναφορά της Διοίκησης του 2ου εφεδρικού Τάγματος προς την Διοίκηση του 36ου Εφεδρικού Συντάγματος του ΕΛΑΣ σημειώνονται:

«Συναγωνιστές κάνοντας απολογισμό του σαμποτάζ και μάχης του Σταθμού του Αιτωλικού στις 22.6.44 σας γνωρίζουμε ότι άπαντες οι αντικειμενικοί σκοποί επιτεύχθηκαν σχεδόν πλήρως παρόλο ότι τα βαγόνια εξετροχιάστηκαν προς τα κάτω αντίθετα από την υπόσχεσιν του Tomson.  Εκ των Γερμανών που επέβαιναν συνελήφθησαν τρεις (3) αιχμάλωτοι. Οι υπόλοιποι εξοντώθηκαν. Ημέτεροι απώλειαι οκτώ (8) αντάρτες και τέσσερες επιβάτες. Περιήλθον εις χείρας μας λάφυρα ένα (1) γερμανικό μυδράλιο με 1.200 φυσίγγια, είκοσι (20) γερμανικά μάουζερ, έξι (6) αυτόματα μαρσίπ, πολλά πυρομαχικά και μία (1) βαλίτσα με χειρουργικά εργαλεία και υγειονομικό υλικό. Ολοι οι όμηροι, περί τους είκοσι πέντε (25) απελευθερώθησαν χωρίς να πάθει κανείς τίποτε.

Εδρα του 2/36 Εφ. Τάγματος, 24/6/44
Η Διοίκηση του Τάγματος
Ποταμίτης Κουστάς».[3]

Στον Ψαθόπυργο Αχαΐας

Δυόμισι μήνες μετά, με σκοπό τη ματαίωση της μεταφοράς πολεμικού υλικού των Γερμανών που υποχωρούσαν από την Πελοπόννησο με κατεύθυνση την ηπειρωτική Ελλάδα, τμήμα της ΙΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ οργάνωσε επιχείρηση στην περιοχή Αχαΐας.

Στις 8 Σεπτέμβρη 1944 η γερμανική στρατιωτική αμαξοστοιχία 18 βαγονιών που μετέφερε καύσιμα και πυρομαχικά, σταμάτησε στον Ψαθόπυργο. Μπροστά ήταν η Κλούβα με 22 ομήρους κλουβίτες. Πέντε γυναίκες πλησίασαν τη Κλούβα με πρόσχημα να προσφέρουν σε κλουβίτες και φρουρούς φαγώσιμα και νερό. Η κύρια αποστολή τους ήταν να ειδοποιήσουν τους κρατούμενους – με σημειώματα μέσα σε κούφια αυγά – για την επικείμενη επιχείρηση και τους ζητήθηκε να αποσυνδέσουν το καλώδιο πυροδότησης από τα εκρηκτικά, πράγμα που έγινε.

Στο μεταξύ λίγη ώρα πριν ένα συνεργείο αντιστασιακών σιδηροδρομικών είχε ξηλώσει τη σιδηροδρομική γραμμή σε ένα σημείο ανάμεσα στον Ψαθόπυργο και την Παναγοπούλα Αχαΐας.

Όταν η αμαξοστοιχία έφτασε στο προβλεπόμενο σημείο δέχτηκε καταιγιστικά πυρά του ΕΛΑΣ και σταμάτησε. Ο αιφνιδιασμός ήταν απόλυτα πετυχημένος. Οι Γερμανοί δεν μπόρεσαν να απαντήσουν αμέσως στα δραστικά πυρά του ΕΛΑΣ, ούτε και να ανατινάξουν την Κλούβα με τους 22 ομήρους πατριώτες, αφού οι κλουβίτες είχαν αποσυνδέσει το καλώδιο πυροδότησης. Οι όλμοι των ΕΛΑΣιτών έπληξαν τα βαγόνια που μετέφεραν βενζίνη και μέσα σε λίγα λεπτά ολόκληρη η αμαξοστοιχία έγινε παρανάλωμα τους πυρός.

Από τους 22 κλουβίτες απελευθερώθηκαν και σώθηκαν οι είκοσι. Δεν έγινε δυνατόν να σωθούν και έπεσαν νεκροί οι ΕΠΟΝίτες Γιώργος Βασιλείου του Γιάννη, από τις Δάφνες Αιγίου, 18 ετών, μαθητής Γυμνασίου, Σύνδεσμος της Οργάνωσης και Μουγγολιάς Γιάννης του Θύμιου, από το Αίγιο, 17 ετών, μαθητής Γυμνασίου[4].


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Ο ΕΛΑΣ, Στέφανου Σαράφη, εκδόσεις Επικαιρότητα, Αθήνα 1999, σελ. 210 – 212, 286, 402 – 407

[2] Στο αρχείο του καπετάνιου του 2/36 εφεδρικού τάγματος του ΕΛΑΣ, Νίκου Κούστα, υπάρχει μια λεπτομερής αφήγηση της μάχης του Αιτωλικού, η οποία έχει δημοσιευτεί και στο Agriniopress

[3] ΕΠΕΣΑΝ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ. Τόμος 4α, σελ. 295 

[4] ΕΠΕΣΑΝ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ. Τόμος 4β, σελ. 145

[5] Ο Παρασκευάς Βελισσάρης πιθανά αναφέρεται σε ένα σαμποτάζ του ΕΛΑΣ, ο οποίος ανατίναξε τις σιδηροδρομικές γραμμές στη θέση «Λαμπίρη», ανάμεσα στο Αίγιο και την Πάτρα, τον Σεπτέμβρη του 1944. Οι Γερμανοί, όταν πλησίασε το τρένο και πριν σταματήσει, ανατίναξαν την Κλούβα με 24 ομήρους πατριώτες. Γλύτωσε μονάχα ένας, ο Κ. Κοκοκιός από τα Βούρβουρα,  που έπεσε στη γράνα (το χαντάκι) δίπλα στις γραμμές.

Οι Κλουβίτες των τρένων
Κείμενό: Βαγγέλης Ραπτόπουλος στην εφημερίδα «Τα Νέα»

(Απόσπασμα)
Προκειμένου να προστατεύσουν τις στρατιωτικές τους αμαξοστοιχίες από τις επιθέσεις τού ΕΛΑΣ, οι Γερμανοί κατέφυγαν σ' ένα αλεπουδίσιο κόλπο: τοποθετούσαν μπροστά από τη μηχανή του τρένου μια πλατφόρμα, μια καρότσα πες, που γύρω γύρω κι από πάνω την έφραζαν με αγκαθωτό σύρμα. Υστερα στερέωναν εκρηκτικά κάτω από το δάπεδο της κλούβας, ώστε να τιναχτεί στον αέρα σε περίπτωση επίθεσης των ανταρτών.
Και μέσα στην κλούβα φυλάκιζαν έλληνες ομήρους, οι οποίοι μοιραία θα αποτελούσαν τα πρώτα και τα πιο σίγουρα θύματα. Οι μελλοθάνατοι ήταν άνθρωποι κάθε ηλικίας και επαγγέλματος. Παιδιά και γέροι, δικηγόροι και υπάλληλοι, αγρότες και βοσκοί. Κρατούμενοι από το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου ή της Θήβας.
Κι αν οι τελευταίοι φορούσαν τα κανονικά τους ρούχα και ήταν ακούρευτοι, οι του Χαϊδαρίου ήταν όχι μόνο κουρεμένοι γουλί, αλλά και θεόγυμνοι, με τα σκελετωμένα τους κορμιά εκτεθειμένα.
Γι' αυτό και πολλοί τους Χαϊδαριώτες τούς φώναζαν Γυμνούς. Μια τέτοια κλούβα τρένου, φορτωμένη με γυμνούς ομήρους, δεν μπορεί παρά να αποτελεί ένα σύμβολο της κατοχικής περιόδου, αντικατοπτρίζοντας, σχεδόν ταυτόχρονα, και την υποδούλωσή μας στους Γερμανούς και το αδούλωτον της ελληνικής ψυχής.
Είναι μια εικόνα υπερβολικά προκλητική για να την αφήσεις ανεκμετάλλευτη και να μην επιδιώξεις να της προσδώσεις ευρύτερες διαστάσεις.
Κάθε φορά που έφταναν σ' έναν σταθμό, λέει, οι Κλουβίτες φρόντιζαν να ρίξουν ραβασάκια που απευθύνονταν στους δικούς τους, ώστε να σπεύσουν να τους ειδοποιήσουν όσοι τα έβρισκαν. Κι άλλοτε, πάλι, οι δικοί τους ήταν ήδη εκεί και τους περίμεναν, οπότε, εάν οι Γερμανοί δεν τους το απαγόρευαν, πλησίαζαν, και χέρια απλώνονταν μέσα κι έξω από το συρματόπλεγμα της κλούβας για ν' αγγιχτούν. Ή για να δώσουν και να πάρουν τσιγάρα, φαΐ και νερό.
Κι ακόμα, οι Κλουβίτες δεν έκλαιγαν τη μοίρα τους ούτε θρηνούσαν, λέει, κι ας ήταν θρονιασμένοι πάνω σ' όλα εκείνα τα μασούρια του δυναμίτη. Αντιθέτως, στέκονταν περήφανοι στη θέση τους, σαν παλικάρια, τραγουδώντας πατριωτικά θούρια και καλώντας τους αντάρτες να μη σταματήσουν τις επιθέσεις.
«Ετσι πολεμάμε, μέσ' από τις κλούβες, μαζί σας κι εμείς!».
Τέλος, τον πρώτο καιρό, οι κατακτητές επέτρεπαν στους συγγενείς να πλησιάζουν τις κλούβες στους σταθμούς, με την υστεροβουλία να καρπωθούν κι εκείνοι λίγα ή πολλά απ' όσα κουβαλούσε και παρέδιδε ο κόσμος στους ομήρους.
Αργότερα, όμως, ιδίως από το καλοκαίρι του '44, που ο ΕΛΑΣ κατόρθωσε να απελευθερώσει είκοσι πέντε Κλουβίτες στον σταθμό του Ψαθόπυργου Αχαΐας, οι Ναζί απαγόρευσαν, υπό την απειλή τουφεκισμού, να πλησιάζουν οι πολίτες στις κλούβες των τρένων.
Εάν ήμουν κινηματογραφιστής, δεν θα έχανα την ευκαιρία. Μια ολόκληρη ταινία με πρωταγωνιστές κάποια ομάδα από Κλουβίτες και με επεισόδια αντλημένα από τις διαδρομές της αμαξοστοιχίας, της οποίας προπορεύεται το βαγόνι τους.
Εκτός από μια ταινία εποχής, που θα πετύχαινε ίσως να ζωντανέψει τόσο την ατμόσφαιρα όσο και την ουσία της Κατοχής, θα είχαμε αναμφισβήτητα να κάνουμε και μ' ένα ακαταμάχητο θρίλερ.
Φανταστείτε την αρπάγη της αγωνίας, στην οποία θα παρέμεναν γραπωμένοι θεατές και πρωταγωνιστές της ταινίας.
Τη συγκεκριμένη φωτογραφία με τους Κλουβίτες των τρένων - διά χειρός του σπουδαίου φωτογράφου της Αντίστασης Σπύρου Μελετζή - την πρωτοείδα στο βιβλίο των Κώστα Ν. Χατζηπατέρα και Μαρίας Φαφαλιού - Δραγώνα «Μαρτυρίες '41-'44, Η Αθήνα της Κατοχής» (τόμος β'), που κυκλοφόρησε το 2003. Αποτελεί για μένα ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά φωτογραφικά στιγμιότυπα του πνεύματος της Κατοχής στη χώρα μας, εκφράζοντάς το ολοζώντανα. Γι' αυτό και φρόντισα να το ενσωματώσω, μαζί με άλλες δύο φωτογραφίες - ντοκουμέντα, στο μυθιστόρημά μου «Η πιο κρυφή πληγή» (2012). Ενα μυθιστόρημα σύγχρονο, από τη Μεταπολίτευση ώς τους Αγανακτισμένους, κι όμως επικεντρωμένο στα Δεκεμβριανά του 1944.
Παρατηρήστε τη φωτογραφία προσεκτικά. Κατ' αρχάς, κάτω δεξιά, μόλις που διακρίνονται οι ράγες της σιδηροδρομικής γραμμής. Κι ακόμα, δύο τουλάχιστον από τους ομήρους (εκείνος, σε πρώτο πλάνο, ο καθιστός με το άσπρο μαντίλι στο κεφάλι, όπως και ο όρθιος στ' αριστερά του με το ανοιχτόχρωμο παντελόνι, που έχει το ένα του χέρι πλεγμένο στο συρματόπλεγμα και είναι γυρισμένος προφίλ) είναι προφανές ότι χαμογελάνε. Αυτή η φωτογραφία, αυτό το ανατριχιαστικό στιγμιότυπο όπου απεικονίζονται Κλουβίτες, είναι ασφαλώς σήμα κατατεθέν της γερμανικής κατοχής. 



Ανοιχτό σιδηροδρομικό βαγόνι που μετατρεπόταν σε μεγάλο κλουβί, εντός του οποίου οι Γερμανοί έβαζαν κρατούμενους ως «ασπίδα» στην μεταφορά στρατιωτών, εξοπλισμού και προϊόντων.

«Οι σιδηροδρομικές κλούβες του Θανάτου (1941-1944).»
του Στέφανου Μίλεση από το Πειραιόραμα.

Ένα γεγονός που καταγράφηκε από όλους τους ιστοριογράφους της κατοχικής περιόδου, ήταν ο μεγάλος αριθμός από βαγόνια μετασκευασμένα που ήταν γνωστά ως «κλούβες». Και ενώ οι Γερμανοί κατά την αποχώρησή τους κατέστρεφαν τις σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις, κτήρια, γραμμές, ατμομηχανές και βαγόνια, οι μόνες που παρέμειναν άθικτες ήταν οι «κλούβες», συνεχίζοντας να προκαλούν τον τρόμο σε όσους τις έβλεπαν. Επρόκειτο για ένα ανοιχτό σιδηροδρομικό βαγόνι που μετατρεπόταν σε μεγάλο κλουβί, εντός του οποίου οι Γερμανοί έβαζαν κρατούμενους. Στη συνέχεια τοποθετούσαν την «κλούβα» μπροστά από τη σιδηροδρομική μηχανή, ώστε σε περίπτωση δολιοφθοράς, να σκοτώνονταν πρώτα οι κρατούμενοι που επέβαιναν σε αυτήν. Η τοποθέτησή τους στην «κλούβα» αποτελούσε μαρτύριο, καθώς από τον Πειραιά έμεναν εντός αυτής μέχρι του προορισμού, άνθρωποι που είχαν συλληφθεί φορώντας πουκάμισα και φανελάκια και γενικώς ήταν απροετοίμαστοι. Αυτοί καλούνταν στη συνέχεια να διεκπεραιώσουν τη διαδρομή μέσα σε αντίξοες καιρικές συνθήκες, κρύου, βροχής ακόμα και χιονιού. Ταξίδευαν για ώρες ακάλυπτοι και εκτεθειμένοι χωρίς καμία προστασία, ενώ γνώριζαν ότι η εκεί παρουσία τους δεν θα απέτρεπε τις αντιστασιακές ομάδες από το έργο τους.
Καθώς ο Πειραιάς διέθετε δύο τερματικούς σταθμούς σιδηροδρόμων, Πελοποννήσου και Λαρίσης, αλλά και επισκευαστική βάση σιδηροδρόμων, οι κλούβες αποτελούσαν σύνηθες κατοχικό θέαμα. Η αγριότητα του πολέμου και η λυσσαλέος αγώνας κατά των Γερμανών ωστόσο, δεν εμπόδιζε τις ομάδες αντίστασης να προβαίνουν σε πράξεις δολιοφθοράς. Το σαμποτάζ στην σήραγγα κοντά στο σταθμό Νεζερού – Δομοκού Τα ξημερώματα της 2ας Ιουνίου του 1943 σε σιδηροδρομικό δρομολόγιο κατάφορτο από Ιταλούς στρατιώτες με προορισμό την Θεσσαλονίκη, σημειώθηκε σαμποτάζ την ώρα που ο συρμός διερχόταν από την σήραγγα κοντά στο Κούρνοβο της Θεσσαλίας (τούνελ Νεζερού), συνολικού μήκους 510 μέτρων. Η έκρηξη ήταν τόσο δυνατή, ώστε κατέρρευσε το τούνελ προκαλώντας το θάνατο όχι μόνο των 230 Ιταλών στρατιωτών που επέβαιναν στην αμαξοστοιχία, αλλά και 25 Γερμανών που αποτελούσαν τη φρουρά της σήραγγας. Η αντιστασιακή πράξη έγινε, παρά το γεγονός ότι μπροστά από την ατμομηχανή στο συγκεκριμένο δρομολόγιο υπήρχε «κλούβα» εντός της οποίας υπήρχαν 15 όμηροι.



Η προσέγγιση των ομήρων της «κλούβας» από συγγενείς, φίλους και άλλους, αποτελούσε πραγματικό κίνδυνο καθώς μαζί με εκείνους που ήθελαν να μάθουν για την τύχη των οικείων τους, πλησίαζαν και άτομα που ενεργούσαν σε ομάδες δολιοφθοράς με σκοπό τη λήψη πληροφοριών περί του εκτελούμενου δρομολογίου. Έτσι οι Γερμανοί πολλές φορές συνελάμβαναν και τα άτομα που προσέγγιζαν του ομήρους της «κλούβας» και τα τοποθετούσαν μαζί τους, συμπληρώνοντας τον αριθμό τους. Πολλοί συγγενείς μόλις αντιλαμβάνονταν την πρόθεση των Γερμανών, έτρεχαν αλλόφρονες να γλυτώσουν οι ίδιοι. Η γερμανική βαρβαρότητα δεν υποχωρούσε σε καμία περίπτωση από τις παρακλήσεις και από τους θρήνους των γονιών, των συζύγων, των αδελφών ή των παιδιών των μελλοθανάτων.


ΠΗΓΗ:
imerodromos.gr
tanea.gr
mixanitouxronou.gr
pireorama.blogspot.com


Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019

1940-ΕΛΛΗΝΕΣ ΗΡΩΕΣ/ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ: ΗΜΟΥΝ ΚΑΙ ΕΓΩ ΣΑΝ ΕΣΑΣ

Ήμουν κι εγώ σαν εσάς. Είχα μια δουλειά μια κοπέλα που με περίμενε πίσω.
Είχα μάνα κι αδέρφια. Είχα μια όμορφή ζωή, ζούσαμε φτωχικά. Ήμασταν ευτυχισμένοι, είχαμε ο ένας τον άλλον. Ένα πρωί χτύπησαν οι Σειρήνες, πόλεμος!





Ξεχυθήκαμε όλοι στους δρόμους, γελάγαμε τραγουδούσαμε. Οι περισσότεροι ντυθήκαμε στο χακί, στριμωχτήκαμε στα τραίνα. Φιλήσαμε κι αγκαλιάσαμε δακρυσμένοι μάνα και γυναίκα και παιδιά και φύγαμε. Η μάνα μου απαρηγόρητη στην αγκαλιά της κοπέλας μου.
Την παρηγορούσε όσο μπορούσε. Δεν περίμενε από κανέναν να παρηγορήσει και κείνη.
Στάθηκε δυνατή ως το τέλος.
Φτάσαμε στην μονάδα μας και κάποια στιγμή ξεκίνησε η πορεία προς το Αλβανικό μέτωπο.
Κρύο, κακουχίες, κρυοπαγήματα, ψείρα και απλησιά. Όλα τα αντέξαμε γιατί πηγαίναμε –ίσως στον θάνατο-για την Ελλάδα. Για να μπορέσουμε να νικήσουμε τον φασισμό.
Για της Ελλάδος τα ιερά!....
Εγώ, νομίζεις δεν φοβήθηκα; δεν έχασα κάποια στιγμή το θάρρος μου;
Nαί, δεν ντρέπομαι να το παραδεχτώ. Άνθρωπος ήμουνα, όχι θεός.
Αλλά όλοι οι άνθρωποι κρύβουμε μέσα μας ένα μικρό θεό που δεν το βάζει κάτω δεν δειλιάζει. Σηκώθηκα και φώναξα Εμπρός παιδιά, εμπρός να τους ρίξουμε στην θάλασσα!
Αέεερα!!!!!
Τίποτα δεν πρέπει να κάνει τον Έλληνα να χάνει την πίστη του στον εαυτό του και τον θεό του! Ότι και να του συμβεί να έχει το θάρρος να διεκδικήσει τα δίκαια και ιερά.
Εγώ, δεν γύρισα πίσω. Έμεινα εκεί ψηλά στα Αλβανικά βουνά.
Η Μάνα έχασε τον μοναχογιό της και η κοπέλα μου τον μελλοντικό σύζυγο της.
Ξέρω, πως θα χτιστεί ένα μνήμα για μένα κάπου στην πατρίδα. Ίσως, ένα μνημείο για όλους εμάς τους πεσόντες. Κι η μάνα θα μου ανάβει κάθε τόσο το καντηλάκι μου.
Δεν επέσαμε ρε παιδιά για να μας κάνετε μνημεία, ούτε για τα μετάλλια ανδρείας.
Πέσαμε για την Πατρίδα την θρησκεία και τα ιδανικά μας. Όπως έκαναν οι Έλληνες
από την αρχή γένους μας.
Ψηλά το κεφάλι. Εμπρός παιδιά της Ελλάδος παιδιά.
Πάντα εμπρός….
Μαθαίνω εδώ πάνω τα νέα σας. Φτώχεια, αναξιοκρατία, ψέματα….
Πάντα υπήρχαν τα ψέματα. Αλλά πρέπει να αγωνιστείς για την αλήθεια σου!
Όχι να κλειστείς στο καβούκι σου και να κλαίς την μοίρα σου.
Εμπρός ψηλά το κεφάλι, έλληνες!
Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει
δεν τη σκιάζει φοβέρα καμιά
μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει
και ξανά προς τη δόξα τραβά (τραβά, τραβά)
και ξανά προς τη δόξα τραβά

Νέα δύναμη το έθνος θα πάρει
σαν και πριν να βαδίσουμε ΕΜΠΡΟΣ.

…]Όλοι ξέρουμε πως ο Έλληνας πολεμά σαν λιοντάρι, και το χώμα της Πατρίδος του είναι γι’ αυτόν ιερό και δεν θ’ αφήση τον ξένο να το πατήση πολεμώντας κανείς όμως δεν εφαντάζετο τέτοιο Ηρωισμό, τέτοια αυταπάρνηση, κανείς δεν ενόμιζε ότι τα ιδανικά στην καρδιά του είναι τόσο Μεγάλα. Υπερηφανεύομαι για σένα που συγκαταλέγεσαι μεταξύ αυτών των λιονταριών. Εύγε σου Σταύρο, έτσι να βαδίσης ως το τέλος. Σου έστειλα προ των Χριστουγέννων ένα μικρό κιβώτιο. Άρα γε το έλαβες;[…]Κρύο δριμύ εδώ, δεν είδαμε γαλάζιο ουρανό προ πολλών ημερών, το μόνο γαλάζιο είναι η Σημαία μας που κυματίζει υπερήφανη κάθε φορά που ο στρατός μας νικά».

ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ «28/Χ/ριστ. ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

ΚΟΡΙΝΘΟΣ 1940: ΘΑΡΟΣ ΚΑΙ ΥΠΟΜΟΝΗ

Ο Σταύρος και ο Σπύρος ήταν δύο αδέλφια από την Αθήνα που ξεκίνησαν για το μέτωπο στις 28 Οκτωβρίου 1940. Τα γράμματά τους βρέθηκαν πριν λίγα χρόνια στο Μοναστηράκι, στο εσωτερικό ενός παλιού βιβλίου. Καρφιτσωμένο πάνω-πάνω ήταν το πρώτο σημείωμα που έστειλαν στην οικογένειά τους από την Κόρινθο, την επομένη της κήρυξης του πολέμου. Ο Σταύρος και ο Σπύρος είχαν φτάσει καλά στον πρώτο σταθμό του ταξιδιού τους προς το μέτωπο και ζητούσαν από τους γονείς και τα αδέλφια τους «θάρος και υπομονή».Τα λιγοστά γράμματα που διασώθηκαν μέσα στο παλιό βιβλίο δεν περιέχουν το τέλος της ιστορίας, ούτε τα ακριβή στοιχεία της οικογένειας που την έζησε. Ο Σταύρος και ο Σπύρος έφτασαν στο αλβανικό μέτωπο στο τέλος του Νοεμβρίου και παρ’ όλο που όσα είδαν τα μάτια τους «δεν μπορούν να αποδώσουν οι κινηματογραφικές παραγωγές 2 αιώνων!», όπως φαίνεται από τα χαρακτηριστικά αποσπάσματα που ακολουθούν, εκτός από «θάρος και υπομονή» τα δύο αδέλφια διατήρησαν και το χιούμορ τους. Εμείς διατηρήσαμε το συντακτικό και την ορθογραφία τους.Κόρινθος 2-11-40.

Εγώ και ο Σταύρος σας χαιρετάμε από την Κόρινθο όπου θα παραμείνουμε προς το παρόν. Εδώ ησυχία εξαιρέσει δύο βομβαρδισμών που έχουν γίνει κατά του Ισθμού ανεπιτυχώς.

Η εκστρατεία στην Αλβανία (1940-1941)

1940 - 28 Οκτωβρίου

3 τα ξημερώματα: το ιταλικό τελεσίγραφο παραδίδεται στον Πρόεδρο Μεταξά.

5 τα ξημερώματα: τα φασιστικά στρατεύματα που μετά τον Απρίλιο

του 1939 κατέλαβαν την Αλβανία περνούν τα ελληνοαλβανικά σύνορα

και εισέρχονται στην Ήπειρο. Γενική επιστράτευση στην Ελλάδα σε ζωηρό κλίμα λαϊκού ενθουσιασμού.

Οι αναμετρηθείσες δυνάμεις

Ιταλία: 26 μονάδες (εξ ων 1 τεθωρακισμένη), 400 αεροσκάφη.

Ελλάδα: 13 μονάδες + 2 ταξιαρχίες, 16 νέα μαχητικά αεροσκάφη και 99

παλαιού τύπου.

12 - 15 Νοεμβρίου: αντεπίθεση των ελληνικών στρατευμάτων που

απωθούν τους επιτιθέμενους πίσω στην Αλβανία.

22 Νοεμβρίου: κατάληψη Κορυτσάς.

25 Νοεμβρίου: κατάληψη Μοσχοπόλεως.

4 Δεκεμβρίου: κατάληψη Πόγραδετς.

8 Δεκεμβρίου: κατάληψη Αργυροκάστρου.

22 Δεκεμβρίου: κατάληψη Χειμάρρας.
1941
10 Ιανουαρίου: κατάληψη Κλεισούρας.
9 Μαρτίου-25 Μαρτίου: αποτυχία ιταλικής αντεπίθεσης. Ο ελληνικός
στρατός έχει μεταφέρει το μέτωπο 60 χιλιόμετρα πέρα από τα αλβανικά
σύνορα.
Η Επέλαση των Γερμανών (Απρίλιος 1941)
6 Απριλίου: ο χιτλερικός στρατός επιτίθεται στις ασθενείς ελληνοβρετανικές δυνάμεις Μακεδονίας και Θράκης.
9 Απριλίου: κατάληψη της Θεσσαλονίκης, μάχες για καθυστέρηση
των Γερμανών στον Όλυμπο και στις Θερμοπύλες.
27 Απριλίου: στις 8:45 η χιτλερική σημαία κυματίζει στην Ακρόπολη.
23 Μαΐου: επίθεση κατά της Κρήτης.
Τριπλή κατοχή της Ελλάδας (γερμανική, ιταλική και βουλγαρική).
Αντίσταση
Νύχτα 30 προς 31 Μαΐου 1941: δύο φοιτητές κατεβάζουν τον αγκυλωτό σταυρό από την Ακρόπολη.
27 Σεπτεμβρίου 1941: σύσταση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ).
Την ίδια περίοδο: σύσταση του Εθνικού Δημοκρατικού Ελληνικού
Συνδέσμου (ΕΔΕΣ).
Λιμός
Χειμώνας 1941-1942: τρομερός λιμός - 300.000 θάνατοι από την πείνα.
Ένοπλος Αγώνας
1942
Μάιος: εμφάνιση του πρώτου αντάρτικου.
Αύγουστος: σχηματισμός στην Αίγυπτο του Ιερού Λόχου.
27 Νοεμβρίου: ολική ανατίναξη της σιδηροδρομικής γέφυρας του
Γοργοποτάμου από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ (στρατιωτικό σκέλος του
ΕΑΜ), του ΕΔΕΣ και Βρετανούς πράκτορες.
Αντίσταση στις Πόλεις
1943
Παράλληλα με τη δράση των ανταρτών έχουμε αδιάκοπες διαδηλώσεις κατά του κατακτητή στους δρόμους της Αθήνας.
24 Φεβρουαρίου: μαζικός ξεσηκωμός της αθηναϊκής λαϊκής αντίστασης που καταστρέφει τα αρχεία του Υπουργείου Εργασίας και ακυρώνει
έτσι το σχέδιο υποχρεωτικής εργασίας στη Γερμανία.
Σεπτέμβριος: η κατάρρευση των Ιταλών ενισχύει αισθητά την Ελληνική αντίσταση, που ελέγχει ένα μεγάλο μέρος της χώρας και ακινητοποιεί
στην Ελλάδα έξι γερμανικές στρατιωτικές μονάδες.
1944
Αντίποινα
1 Μαΐου: εκτέλεση 200 μαχητών στο σκοπευτήριο Καισαριανής,
στους πρόποδες του Υμηττού.
10 Ιουνίου: σφαγή του άμαχου πληθυσμού στο Δίστομο (296 θάνατοι).
Απελευθέρωση
Ιούλιος - Αύγουστος: οι Γερμανοί στρατιώτες αρχίζουν να εκκενώνουν την Ελλάδα.
12 Οκτωβρίου: απελευθέρωση των Αθηνών μέσα σε κλίμα παρατεταμένων μαζικών πανηγυρισμών.

28 Ὀκτωβρίου 1940. ΟΙ ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΙ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΩΝ

9:45 το πρωί της 28ης Ὀκτωβρίου του 1940, σφοδρὸς βομβαρδισμὸς ἐξαπολύθηκε κατὰ της πόλης της Πάτρας, από τους Ιταλούς εισβολείς. Διήρκεσε περίπου τρεις ώρες.  Απολογισμός: 50 νεκροὶ κι 100 τραυματίες. Οι βομβαρδισμοὶ της Πάτρας ἐπαναλαμβάνονταν για περίπου 45 ημέρες.



Ή ἀντικατασκοπία των Ιταλών, ιδίως στην Πάτρα, ήταν τόσο καλά οργανωμένη, πού θεωρητικά δεν έπρεπε να κάνουν λάθη οι Ιταλοί. Δηλαδή δεν έπρεπε να κτυπήσουν στόχους μη πολεμικούς.
Παρ’ όλα αυτά οι περισσότερες βόμβες έπεσαν στην Τριών Ναυάρχων, στην περιοχή του Αγίου Διονυσίου και στις οδούς Γούναρη, Αγίου Ἀνδρέου και Ῥήγα Φεραίου. Τοπικές εφημερίδες ανεβάζουν τούς νεκρούς στους 193. Ούτε ένας πολεμικός στόχος πλήγηκε, αλλά καταστράφῃκε ττο κέντρο της Πάτρας.
Ἡ ίδια αεροπορική δύναμη κτύπησε καὶ τὴν Ναύπακτο, πάλι δίχως να πλήξη πολεμικούς στόχους, αν και εντός του λιμανιού υπήρχαν πολεμικά πλοία. «Δύο γυναίκες και ένας γέρος» τα θύματα.



Οι νεκροί τελικά όπως δημοσίευσε η εφημερίδα «ΣΗΜΕΡΙΝΗ» στο φύλλο της στις 28.10.1945 ήταν 193, εκ των οποίων 125 άνδρες, 43 γυναίκες και 25 παιδιά.

Οι διαμένοντες στην πόλη Ιταλοί, «οι οποίοι απετέλουν αρκετά πολυπληθή παροικία, είχον ειδοποιηθή σχετικώς από της νυκτός της προηγουμένης, είχον φροντίσει ν' αλλάξουν κατοικίαν. Βέβαιοι όντες, μάλιστα, ότι εντός ολίγου θα εκάμπτετο η ελληνική αντίστασις, διενήργησαν κατά την ώραν του βομβαρδισμού σαμποτάζ και επιθέσεις εναντίον του Κέντρου παρουσιάσεως στρατευσίμων διά να επιτείνουν την σύγχυσιν και παραλύσουν την επιστράτευσιν».



Το σκηνικό που επικράτησε περιγράφει η Πατρινή Μαρία Μανωλάκου στο βιβλίο της "Από το Ημερολόγιο ενός παιδιού της Κατοχής". Η Μαρία Μανωλάου ήταν μαθήτρια τότε και όταν έπεσαν οι πρώτες βόμβες βρισκόταν στο σχολείο και περιγράφει: " Πετιέμαι βολίδα στο ραδιόφωνο, να σου και η Κατερίνα και μόλις πιάνουμε την τελευταία φράση στο διάγγελμα. "Νυν υπέρ πάντων ο αγών". Και μετά ο Εθνικός Ύμνος. Το τι έγινε τότε, σωστό παραλήρημα. Σε λίγα λεπτά όλη η Πάτρα στο πόδι.Ο τόπος να βουίζει απ΄τ' αεροπλάνα κι ο κόσμος να τα χαιρετάει σαν τρελός., πετώντας ψηλά καπέλα, μαντήλια, οτιδήποτε. -Γεια σας λεβεντοπαιδα -Δικά μας, δε βλέπετε τα χρώματα; -





Στη Ρώμη! Και στο σχολείο πανζουρλισμός. Ξάφνου η γη χοροπήδησε. Κάτι φριχτά μπουμπουνητά μας έσκισαν τ΄αυτιά και μας έπνιξαν οι σοβάδες. Μπόμπες! Ορμήσαμε στα παράθυρα.Μαύρα σύννεφα σκεπάζανε την κάτου πόλη. Μα πως..αφού τ΄αεροπλάνα είναι δικά μας , άρα...δεν είναι; Κερώσαμε όλες. Μερικές πέσανε λιπόθυμες. Σπίτια, αυτοκίνητα, όλα στις φλόγες. Μπροστά στο "Πάνθεον" , ποτάμι το αίμα. Πλήθος άνθρωποι χτυπημένοι να βογκάνε κι άλλοι πεσμένοι από πάνω τους να φωνάζουν βοήθεια. Νοσοκόμες και προσκοπίνες (χωρίς στολή) να τρέχουν με τα φορεία. Πέφτουμε πάνω στην αρχηγό που μας λέει κοφτά: "Στο Νοσοκομείο αμέσως για αίμα!". Οι πρώτες βόμβες έπεσαν και στην Αγγλικανική Εκκλησία.

Για τον βομβαρδισμό της Πάτρας και τα συμβάντα των πρώτων μηνών του πολέμου σημαντικά στοιχεία μας παρουσιάζει το χειρόγραφο ημερολόγιο του μοιράρχου, υποδιοικητή της χωροφυλακής Πατρών, Ευάγγελου Θέμελη. Το βιβλίο διανομής τροφίμων της υποδιοικήσεως χωροφυλακής Πατρών, μας δίνει με ένα μοναδικό τρόπο το κλίμα των πρώτων ημερών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου στην Πάτρα, γραμμένο από έναν κρατικό λειτουργό, που βίωσε τα γεγονότα και ήταν υποχρεωμένος κάθε μέρα για αρκετούς μήνες μέχρι την έλευση των γερμανών κατακτητών, να δίνει γραπτές αναφορές για τα δρώμενα στην τοπική κοινωνία.

«Στόχος των Ιταλών ήταν να πληγούν οι λιμενικές εγκαταστάσεις και να παρεμποδιστεί η μεταφορά στρατευμάτων και πολεμικού υλικού μέσω της Αιτωλοακαρνανίας προς την Ήπειρο.Οι βόμβες έπεσαν εκτός από τη λιμενική ζώνη και σε περιοχές στο κέντρο της πόλης, στην Τριών Ναυάρχων, στη λεωφόρο Γούναρη- στη συμβολή της με την οδό Κορίνθου ήταν η έδρα της 3ης μεραρχίας (στο σημείο που είναι σήμερα το κτίριο του ΙΚΑ)- και στη συνοικία του Αγίου Διονυσίου, σκορπώντας τον θάνατο στους πολίτες που είχαν βγει στους δρόμους εκλαμβάνοντας αρχικά τα αεροπλάνα για συμμαχικά και αφήνοντας πολλά ερείπια και καταστροφές».


10:00 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου του 1940. Βομβαρδισμοί, πού κράτησαν μόλις δέκα λεπτά τής ώρας όμως, διότι στο μεταξύ τα Ἑλληνικὰ αεροπλάνα αναχαίτισαν τα ιταλικά.
Στόχοι το Τατόι και η Κόρινθος. Άλλοι βομβαρδισμοὶ στην Πρέβεζα, στην Ἐλευσίνα, στην Πειραιᾶ. Οι βόμβες των Ἰταλῶν, λόγω «ευστοχίας», κατέληξαν στην …Κινέτα!!!


1940,Οι Ιταλοί βομβαρδίζουν τον ισθμό της Κορίνθου.
Άποψη του Ισθμού το 1940
Η άποψη της γέφυρας του Ισθμού της Κόρινθου που έβγαλε Αλεξιπτωτιστής(Fallschirmjäger) κατά την προσέγγιση της ζώνης πτώσης στις 0700 το πρωί της 26ης Απριλίου 1941.

Περισσότερα για την Κόρινθο ΕΔΩ


Διώρυγα Κορίνθου 1941. Απρίλιος 20, ανατίναξη από τους Άγγλους

Την ίδια ημέρα οι Άγγλοι βομβάρδισαν την Αστυπάλαια, πού ήταν υπό Ἰταλικὴ κατοχή.

Ο πόλεμος ξεκίνησε με άγριες διαθέσεις.
Οι βομβαρδισμοί, ιδικά για την πόλη της Πάτρας, έγιναν καθημερινή τους υπόθεση.
Έως τα μέσα του Νοεμβρίου, αλλά και αργότερα οι Ιταλοί αγωνιωδώς αναζητούσαν τρόπους να καταβάλουν το ηθικό των Ελλήνων..
Στα μέτωπα των πολεμικών επιχειρήσεων όμως αντελήφθησαν πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατο.



Η Πάτρα είχε σχεδόν καταστραφεί από τους βομβαρδισμούς, τόσο των Ιταλών, όσο και αργότερα των Γερμανών, με τα αεροπλάνα του φασιστικού άξονα να σκορπίζουν τον τρόμο στους Πατρινούς, κατά την διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου.
Δεκάδες κτίρια γκρεμίστηκαν από τις βόμβες και δεκάδες περιοχές της πόλης επλήγησαν. Ζημιές και καταστροφές που έμειναν χαραγμένες στην Πάτρα για αρκετά χρόνια, μετά το τέλος του πολέμου.
Οι φωτογραφίες από το αρχείο Luce δείχνουν χαρακτηριστικές εικόνες από τα κτίρια που είχαν πληγεί από τους ιταλικούς βομβαρδισμούς του 1940. Φωτογραφίες που τράβηξαν οι ίδιοι οι Ιταλοί στρατιώτες όταν λίγους μήνες αργότερα ήρθαν την άνοιξη του 1941 στην Πάτρα ως κατακτητές.

Η δύσκολη καθημερινότητα των κατοίκων στην Πάτρα, που βομβαρδίστηκε από τις πρώτες κιόλας ώρες του πολέμου του 1940, έχει αποτυπωθεί κατά ένα μεγάλο μέρος στις εφημερίδες που κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή. Η αγωνία για τους συγγενείς που χάθηκαν τα ίχνη τους μετά τον πρώτο βομβαρδισμό, η ενημέρωση για την παροχή περίθαλψης στους τραυματίες, για τη λειτουργία των καταφυγίων, για την καταβολή των μισθών στους εργαζόμενους, αλλά και για την κάλυψη των πρώτων αναγκών, περιγράφονται στις στήλες των εφημερίδων, όπως επίσης και οι οδηγίες που έδινε η Νομαρχία προς τους κατοίκους. Ξεφυλλίζοντας την ημερήσια εφημερίδα της Πάτρας, «Νεολόγος», τα τεύχη της οποίας έχουν διασωθεί και εκτίθενται στο μουσείο Τύπου της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Πελοποννήσου Ηπείρου Νήσων, πέρα από τα πολεμικά ανακοινωθέντα, που είναι το βασικό θέμα, ο σημερινός αναγνώστης μπορεί να αντλήσει διάφορες πληροφορίες για το πώς λειτουργούσε η πόλη και κυλούσε η ζωή εκείνες τις δύσκολες ημέρες.



Οι μικρές αγγελίες 
Ειδικότερα, στις μικρές αγγελίες των πρώτων ημερών του πολέμου δεν δημοσιεύονταν αγοραπωλησίες, ενοικιάσεις, αναζήτηση εργασίας, κ.α., αλλά ζητούνταν πληροφορίες για αγνοούμενους, ενώ ταυτόχρονα Πατρινοί που διασώθηκαν, προσπαθούν να ενημερώσουν με αυτό τον τρόπο τους οικείους τους, για το πού ακριβώς βρίσκονται. Άλλωστε, όπως έχει περιγραφεί, μετά τον πρώτο βομβαρδισμό της Πάτρας πολλοί κάτοικοι που κατάφεραν να γλιτώσουν, έσπευσαν να φύγουν από την πόλη και να βρουν καταφύγιο στα περίχωρα και γειτονικές κοινότητες, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζουν τι απέγιναν συγγενείς τους, τα ίχνη των οποίων έχασαν την ώρα του πανικού. Μάλιστα, λόγω της φυγής των κατοίκων, ο τότε νομάρχης ζητούσε από τους κατοίκους των χωριών να ανοίξουν τα σπίτια τους και να τους παράσχουν κάθε δυνατή βοήθεια. Λίγες ημέρες μετά, όταν οι Πατρινοί άρχισαν να επιστρέφουν στην πόλη, ο νομάρχης καλούσε ιδιαιτέρως τους γιατρούς, τους φαρμακοποιούς, τους αρτοποιούς, τους αρτεργάτες και τους παντοπώλες να επιστρέψουν στις εργασίες τους.
Ειδικά για τους φαρμακοποιούς και τους παντοπώλες, αναφέρεται ότι αν δεν ανοίξουν αμέσως τα φαρμακεία και τα καταστήματά τους, τα προϊόντα θα κατάσχονται και θα δημεύονται οι περιουσίες τους.

Τα κτήρια-καταφύγια
Στο μεταξύ, σε καθημερινή βάση δημοσιεύονταν τα κτίρια τα οποία χρησιμοποιούνταν ως καταφύγια, ώστε οι κάτοικοι να γνωρίζουν πού μπορούν να πάνε για να προφυλαχθούν από τους βομβαρδισμούς. Τα περισσότερα κτίρια με υπόγεια ήταν οικίες, καταστήματα, κλινικές, καθώς και το υπόγειο του καμπαναριού του ιερού ναού της Παντάνασσας, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι υπήρχε κανονισμός λειτουργίας των καταφυγίων που έπρεπε όλοι να τον τηρούν.
Μάλιστα, εκείνες τις ημέρες ένα ζευγάρι Πατρινών αποφάσισε να παντρευτεί μέσα σε ένα από τα καταφύγια, προφανώς για να προστατευθούν και να μη ματαιωθεί η τελετή, λόγω των βομβαρδισμών. Εκτός από τη λειτουργία των καταφυγίων για την προστασία του πληθυσμού, υπήρχαν και περιορισμοί στην κυκλοφορία των πολιτών, η οποία απαγορευόταν από τις 7 το απόγευμα, έως τις 6:30 το πρωί της επόμενης ημέρας.

Οι επιστρατευμένοι για το μέτωπο
Επίσης, στην ίδια εφημερίδα δημοσιεύονταν οι επιστρατεύσεις γιατρών, καθώς και πολιτών που είχαν διπλώματα εθελοντών νοσοκόμων και τραυματιοφορέων, ώστε να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες για την περίθαλψη των τραυματιών, ενώ το νοσοκομείο της Πάτρας είχε ενισχυθεί με ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό που είχε έλθει από την Αθήνα. Όμως, επειδή οι ανάγκες για ιατρική φροντίδα ήταν μεγάλες, λειτουργούσαν υγειονομικοί σταθμοί σε διάφορα σημεία της πόλης, αλλά και σε γειτονικές κοινότητες. Εκτός από την ιατρική φροντίδα, λαμβάνονταν μέτρα για την καταβολή δεδουλευμένων στους εργαζόμενους. Η επιθεώρηση εργασίας ζητούσε, μέσω δημοσίευσης, από τους εργοστασιάρχες να καταβάλλουν άμεσα τα δεδουλευμένα ημερομίσθια στους εργαζόμενους και τα επιδόματα των στρατευσίμων, ενώ σε διαφορετική περίπτωση, όπως αναφέρεται, θα λαμβάνονταν αυστηρότατα μέτρα.
Παράλληλα τους ζητείται να φτιάξουν καταφύγια στους χώρους των εργοστασίων, ώστε να προστατεύονται οι εργαζόμενοι.

Τα συσσίτια και οι άποροι
Όσον αφορά στις δημόσιες και δημοτικές υπηρεσίες λειτουργούσαν καθ΄ όλη την διάρκεια της ημέρας αλλά και τις Κυριακές και εξαιρέσιμες, χωρίς διακοπή, ενώ οι τηλεφωνήτριες είχαν εξαιρεθεί των ευεργετικών διατάξεων για τις εργαζόμενες και βρίσκονταν ανελλιπώς στις θέσεις τους. Επίσης, και τα καταστήματα μπορούσαν να λειτουργούν συνεχώς, όμως απαγορεύθηκε η μεταφορά γραφείων επιχειρήσεων και καταστημάτων εκτός της Πάτρας. Στο πλαίσιο προφανώς των αναγκών που είχε δημιουργήσει ο πόλεμος ζητήθηκε να παρουσιαστούν στην Τροχαία μηχανοτεχνίτες αυτοκινήτων, διευθυντές μηχανουργείων, καταστηματάρχες ειδών αυτοκινήτων, όπως και επισκευαστές ελαστικών. Στην ίδια εφημερίδα υπήρχε ανακοίνωση για τους άστεγους και όπως γίνεται γνωστό, φιλοξενούνταν σε παιδικές εξοχές και δημοτικά σχολεία, ενώ οργανώνονταν συσσίτια για τους απόρους.
Τέλος, οι βομβαρδισμοί κατά της Πάτρας, προκάλεσαν το ενδιαφέρον ξένων μέσων ενημέρωσης και δύο Αμερικανοί δημοσιογράφοι επισκέφθηκαν την πόλη, προκειμένου να καταγράψουν τα όσα είχαν συμβεί.




ΟΙ ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ

Το πρωί της Δευτέρας 28 Οκτωβρίου, η Ναύπακτος ζούσε για τρίτη ημέρα, το εξαήμερο παζάρι τον Αγίου Δημητρίου. Ξαφνικά ακούστηκαν από τη μεριά της Πάτρας βροντές εκρήξεων (από βόμβες ιταλικών αεροπλάνων) και φαινόταν ολόκληρη η πόλη πνιγμένη στούς καπνούς. Την τρίτη μέρα τον πολέμου στις 30 Οκτωβρίου, ένα από τα αεροπλάνα που άδειαζαν τις βόμβες τους στη Πάτρα, λοξοδρόμησε ως πάνω απ’ τον ‘Επαχτο, γιατί από μακριά είδε ένα μικρό φορτηγό πλοίο αραγμένο μπροστά στο Γρίμποβο. Πλησιάζοντας βλέπει τη συγκέντρωση τον κόσμου (λόγω τον παζαριού), τα ζώα της ζωοπανήγύρης και προφανώς νόμισε ότι ήταν εφοδιοπομπές. Έριξε, τρεις βόμβες. Η μία δεν πρόφτασε να φτάσει στην πόλη και έπεσε στη Θάλασσα. Η άλλη κοντά στο βράχο τον ΑΙ- Γιώργη, επάνω στη αραγμένη νεκροφόρα τον Δήμου (ήταν άμαξα, που την έσερναν άλογα). ‘Ενα όμως Θραύσμα της βόμβας κομμάτιασε το κεφάλι μιας γυναίκας (Λάμπρω, σύζυγος Μήτσου Κωστίνα). Η τρίτη έπεσε πίσω από την Βαρναράχη, σε μαντριά κοντά στη Βομβοκού. Το ίδιο βράδυ ο Ιταλικός ραδιοφωνικός σταθμός τον Μπάρι, στην ελληνική του εκπομπή, μετέδωσε, ότι: «στο λιμένα της Ναυπάκτου βυθίστηκε μεγάλο μεταγωγικό σκάφος, βομβαρδίστηκαν στρατιωτικές εγκατα-στάσεις και στρατόπεδο τον Ελληνικού στρατού».



Τα μαθήματα στα σχολεία σταμάτησαν. Κάθε φορά που ακούγονταν αεροπλάνα, όλοι οι κάτοικοι της πόλης έτρεχαν στα καταφύγια και τα ορύγματα, που επίτηδες είχαν ανοιχτεί εκείνη τη περίοδο σε πολλές αυλές. Κάτω απ’ την τάπια τον Μπότσαρη, στο υπόγειο της εκκλησίας τον Αγίου Δημητρίου είχαν ανοίξει δύο από τις επτά θόλους της πρόσοψης του, στα υπόγεια νέων και γερών σπιτιών. «Οι νέοι (γράφει ο Γιάννης Βαρδακουλάς) προτιμούσαν την παραλία, απ’ όπου ξαπλωμένοι αγναντεύαμε τον ουρανό». Ακόμα και η ταβέρνα τον Κοντόβλαχου, με τα μεγάλα βαρέλια γεμάτα κρασί, ήταν …καταφύγιο.

Και τα πειράγματα: «Κάποια μέρα χτύπησαν οι σειρήνες τη λήξη τον συναγερμού και ο Μπάρμπα-Πάνος Μπουρζούκας (Αρτινόπουλος) βλέπει τον Φώτη Κουλούρη να βγαίνει απ’ το στόμιο της μεγάλης θολωτής υπονόμου που κατέληγε στη Θάλασσα, δίπλα στο σπίτι του Ρέππα. Δεν τον άρεσε τον Μπαρμπα-Πάνου και επιτιμητικά φωνάζει μαλώνοντας τον Φώτη: «Ρε Φώτ’, δεν ντρέπεσαι μωρέ, μέσ’ στ’ βρώμα πήγες να χωθείς;» και ο Φώτης χωρίς καθόλου να στεναχωρηθεί απαντά: «Αμ’ Μπαρμπα-Πάνου μ’, καλύτερα σκαταλειμμένος παρά μπομπαρδισμένος»! Βενιζέλος Σιμιανόπουλος: Ο Παλιός ο ‘Επαχτος, ΑΘήνα 1990.


Υπήρχε ένα «αντιαεροπορικό παρατηρητήριο» πάνω στο κάστρο, που το στελέχωναν νεολαίοι φαλαγγίτες της ΕΟΝ και ήταν συνδεδεμένοι τηλεφωνικά με την χωροφυλακή. Ο διοικητής της Χωροφυλακής (που ήταν απέναντι από τον Άγιο- Δημήτριο) ήταν ο Ραπτάκης ή «Μπαμπόρδας» όπως τον έλεγαν οι λιμανιώτες. ‘Οταν τον ειδοποιούσαν ότι έρχονται αεροπλάνα, έβγαινε στο μπαλκόνι τον κτηρίου με το πιστόλι στο χέρι και φώναζε. -Αεράμυνααα… Αεράμυ-νααα… Συναγερμόοος… ‘Ετσι τον έμεινε το παρατσούκλι ο «Μπαμπόρδας»!

Στα λιοστάσια γύρω απ’ τη πόλη που έδιναν κάλυψη από τ’ αεροπλάνα, άρχισε να καταφθάνει και να σταματάει για λίγες ώρες ο στρατός μας, που πορευόταν προς το μέτωπο. ‘Ηταν κυρίως μονάδες της Πελοποννήσου (όπως ολόκληρο το Σύνταγμα Καλαμών, που έμεινε μία μέρα στο λιοστασι τον Πανοβενέτη). Περνούσαν νύχτα με καίκια στη Ναύπακτο και συνέχιζαν για την καΐκια απο τον Ψαθοπυργο και πήγαιναν στην Αλβανία με τα πόδια. “Ολοι οι κάτοικοι της περιοχής πήγαιναν και έδιναν στούς κατάκοπούς φαντάρους ό,τι υπήρχε πρόχείρο, σταφύλια, κυδώνια, αυγά και τηγανίτες.

Οι κοκορόφτεροι

Η αγωνία των πρώτων ημερών μεταλλάχτηκε σε κλίμα θριάμβου από την 14η Νοεμβρίου, όταν άρχισε η ελληνική αντεπίθεση. Η φιλελεύθερη ορμή τον Ρωμιού και η πολιτική ωριμότητα των Ιταλών, έδωσαν αυτή την απρόοπτη τροπή. «… Αι ημέτεραι δυνάμεις … μάχονται ήδη και εφ’ ολοκλήρου τον μετώπου, έξω τον πατρίου εδάφους…έπεσε η Ερσέκα…πήραμε το Λεσκοβίκι μπηκαμε στούς Αγίους Σαράντα…Λευτερώθηκε η Κορυτσά, η Μοσχόπολη, το Πρόγδαρετς, η Πρεμετή, το Δελβίνο το Αργυρόκαστρο..” Κάθε τόσο οι καμπάνες δονούσαν στον αέρα σε κάθε χαρμόσυνη ειδηση.

Μάλιστα για να γελοιοποιήσουν οι Γάλλοι τους Ιταλούς, στα γαλλοϊταλικά σύνορα τοποθέτησαν επιγραφές, που απευθύνονταν τάχα στους προελαύνοντες ‘Ελληνες που έγραφαν: «Ελληνες στοπ, εδώ αρχίζει το Γαλλικό έδαφος!».

Στις αρχές τον χειμώνα τον ’41, άρχισαν να περνούν όλο και πιο συχνά τα εγγλέζικα φορτηγά με εφόδια για το μέτωπο. Άρχισαν να φέρνουν και Ιταλούς αιχμαλώτους. Φαίνονταν σαν «μασκαράδες». Άλλοι σαν πελερίνες και άλλοι με φτερά στο κεφάλι τους! Και οι μεραρχίες τους είχαν στομφώδικα ονόματα. «Λύκοι της Τοσκάνης»! ‘Οταν περνούσαν (ακόμα και αργότερα, επί Ιταλικής Κατοχής) και ανέμιζαν τα φτερά στον αέρα μερικοί κακάριζαν, κι άλλοι μιμούνταν τον κόκορα με επιτηδειότητα τσίφτικη, γιατί το «κουκουρίκου» γίνεται με το λαιμό και τη μύτη -με το στόμα κλειστό-. Οι Ιταλοί, έκαναν πως δεν καταλάβαιναν. Πέρασε από την πόλη με προορισμό την Αθήνα, ολόκληρο το σύνταγμα «των Λύκων της Τοσκάνης» αιχ-μάλωτο από το στρατό μας. Οι Ναυπάκτιοι τους δέχτηκαν, οι πιο πολλοί, με οίκτο. Σταμάτησαν στο ξενοδοχείο «Απόλλων» (δίπλα στο πρώην ξενοδοχείο ΡΕΞ) για διανυκτέρεύση, με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Μενεγκέτι. Κάποιος νεαρός έβγαλε κρυφά από το πέτο της αφημένης χλαίνης τον, τα δύο αλουμινένια αστέρια, για ενθύμιο. Ο συνταγματάρχης τον είδε και τον κοίταξε μ’ ένα αχνό, θλιμμένο χαμόγελο…

Κάποιο χειμωνιάτικο μεσημέρι τρία Ιταλικά βομβαρδιστικά FIAT επέστρεφαν στις βάσεις τους, περνώντας πάνω από τη Ναύπακτο. Ξαφνικά εμφανίστηκε ένα μικρό ελληνικό διπλάνο P.Z.L. (ΙΙεζεντέλ, τα έλεγαν) ατού άρχισε να πολυβολεί τα βομβαρδιστικά, κάνοντας ελιγμούς. ‘Ηταν κάποιος ατρόμητος ‘Ελληνας που τα κυνηγούσε και τα πρόλαβε πάνω από την Παλαιοπαναγιά. ‘Εριξε όλες και όλες, δυο ριπές στα αργά βομβαρδιστικά (ακούγονταν καθαρά στην Ναύπακτο).
‘Ενα από τα βομβαρδιστικά άρπαξε φωτιά και έπεσε, όπως είπαν μετά, στον Εύηνο. Οι επιβαίνοντες Ιταλοί πρόλαβαν, πήδησαν με αλεξίπτωτα και αφού τους συνέλαβε η Χωροφυλακή, τους παρέδωσε στο Μεσολόγγι.

Οι πεσόντες
Τα περισσότερα ονόματα είναι από το βιβλίο τον Χρήστου Αναγνωστού: Αναφορά στους πεσόντες Νανπάκτιονς, ΑΘήνα 1999.

Ναύπακτος: Γιακουμής Χρ. Ιωάννης, Δροσόπουλος Γ. Αθανάσιος, Ζουλούμης Αλ. Ιωάννης, Καρβούνης Γεώργιος, Κατσώνης Αντ. Απόστολος, Κορομπίλης Νικ. Κωνσταντίνος, Κορομπίλης Χρ. Κων-σταντίνος, Κόττας Πετ. Νικόλαος, Μπλέρης Σπύρος, Μπρέλλης Νικ. Σπυρίδων, Παπαϊωάννου Γ. Βασίλειος, Παπανδρέου Δ. Γεώργιος, Πετσίνης Ι. Κωνσταντίνος, Πιάς Γεώργιος, Πλαστήρας Φίλιππος, Πολυμερόπονλος Κ. Βενιζέλος, Σιαμαντάς Χρήστος, Τζαβέλλας Λ. Κων/νος, Φούντας ΑΘ• Στέφανος.
Άγιος Δημήτριος: Αναγνωστός ΑΘ. Νικόλαος, Ζωργιός Ι. Χρήστος, Κακονίκος Αθ. Χρήστο, Κατσίφης Δ. Ιωαννης, Ρετσίνας Γ. Κωνσταντίνος, Σκύλαρης Αν. Βασίλειος.
Αβόρανη: Μώκος Β. Κωνσταντίνος.
Αμπελακιώτισσα: Πασχάλης Δ. Νικόλαος.
Αναβρυτή: Γκέκας Χ. Γεώργιος, Καλοκαίρης Ν. Ευάγγελος, Σιαμαντάς Γ. Χρήστος, Σταυρόπουλος Λ. Λουκάς, Τούμπανος Κ. Οδυσσέας.
Ανθόφυτο: Τσιλιγιάννης Αν. Ευθύμιος, Φούντζουλας Εναγ. Αθανάσιος.
Αντίρριο: Κουκάς Γ. Δημήτριος, Σίψας Δ. Ιωάννης.
Άνω Χώρα: Νικολόπουλος Κ. Ιωάννης, Πανουργιάς ‘Οθ. Σταύρος
Αράχωβα: Καρύδας Ν. Αθανάσιος, Πλάκας Αθ Νικόλαος.
Ασπριά: Αλτανόπονλος Ν. Αθανάσιος, Φούκας Γ. Δημήτριος.
Αχλαδόκαστρο: Αγγελάκης Ι. Λεωνίδας, Κουρελής Επ. Δημήτριος, Μαυρέλης Ι. Θεόδωρος, Τριανταφυλλάκης Κ. Ιωάννης, Χάσκαρης Γ. Νικόλαος.
Βασιλική: Κοντοχρήστος Δ. Ιωάννης, Παναγιωτόπουλος Αρ. Χρήστος.
Βομβοκού: Λαγαρός Ηλ. Ιωάννης, Τσούμαρης Π. Δημήτριος.
Γαυρολίμνη: Γαρμπής Ι. Γεράσιμος, Πατογιάννης Αθ. Ιωάννης.
Γαύρος: Αθανασόπουλος Β. Σπυρίδων
Γραμμένη Οξυά: Αναστασίου Γ. Νικόλαος, Γεωργίου Εναγ. Ευστάθιος.
Γρηγόρι: Χορμόβας Δ. Νικόλαος.
Δενδροχώρι: Πανούσος Χαραλ. Χαρίλαος.
Διασελλάκι: Καραγιάννης Αθ. Αριστείδης.
Δορβιτσά: Μακρής Αθ. Ιωάννης, Μακρής Αθ. Χαράλαμπος.
Ελατόβρυση: Λάμπος Β. Γεώργιος, Πιάς Ν. Γεώργιος, Μπίμπας Γ. Κωνσταντίνος, Χασάνης Κ. Δημήτριος.
Ελατού: Παπαδόπουλος Ι. Χαράλαμπος.
Ελευθέριανη: Ζωιτός Ζ. Δημήτριος, Νικολόπουλος Γ. Κωνσταντίνος.
Καλλονή: Διαμαντόπουλος Ν. Ιωάννης, Σφυρής Κ. Γεώργιος.
Καστανιά: Λέλος Κ. Βασίλειος. Καταφύγιο: Μανωλόπουλος Φ. Σπυρίδων.
Κλεπά: Αναγνωστόπουλος Κ. Ταξιάρχης, Ζαβέρδας Σ. Δημήτριος.
Κρυονέρια. Πελέκης Χριστ. Βασίλειος, Πέτρου Ν. Χρήστου, Στραβοδήμος Περ. Αλέξανδρος, Τσαγκρινός Ιωάννης
Κυδωνιά:  Μακρής Ι. Νικόλαος.
Λεύκα: Χαλαντζίκος Γ. Κωνσταντίνος.
Λιμνέστα: Ασημακόπουλος Δ. Ασημάκης.
Μαμουλάδα: Χοχτούλας Γ. Δημήτριος, Χοχτούλας Ευαγ. Ιωάννης.
Μανδρινή: Λέλος Γ. Σπυρίδων, Ρήγας Ο. Δημήτριος.
Παλαιόπυργος: Αποστολάκης Ν. Ανδρέας, Κωτσόπουλος Λ. Χρήστος, Μίχος Διον. Χρήστος, Παπασούλης Κ. Γεώργιος, Σωτηρόπουλος Κ. Χρήστος.
Παλαιοχωράκι: Ζώης Π. Ιωάννη.
Περδικόβρυση: Ανδρεόπουλος Ν. Παναγιώτης, Ασημάκης Ντ. Αλέξανδρος, Χριστόπουλος Δ. Αθανάσιος.
Περίστα: Μαυρίκης Τρ. Βασίλειο, Μαυρίκης Γ. Κωνσταντίνος, Χατζηνικολάου Γ. Αλέξιο, Χατζηνικολάου Γ. Κων/νος.
Πέρκος: Καραγιάννης Αθ. Νικόλαος, Μπουρτσαλάς Γ. Δημήτριος.
Πλάτανος: Κοριντζέλης Ν. Κωνσταντίνος, Τσίπονρας Αθ. Μιχαήλ, Χολέβας Ν. Γεώργιος.
Ριγάνη: Γονπιος Λ. Κωνσταντίνος, Καλογερής Κ. Βασίλειος, Μεσίρης Ν. Βασίλειος, Πολύδωρος Κ. Αγησίλαος, Σακκούλης Ι. Κωνσταντίνος, Σακκούλης Α. Παναγιώτης, Σταυρόπουλος Στ. Χρήστος, Ταμπάκης Αθ. Δημήτριος.
Ριζα: Γίδας Ι. Κωνσταντίνος.
Σίμου: Ζωητάκης Αν. Γεώργιος, Τσούμαρης Κ Λεωνίδας.
Σιτίστα: Μήτσου ή Μητσόπουλος Β. Δημήτριος.
Σκάλα: Ρήγας Παντ. Παναγιώτης.
Στύλια: Ζησιμόπουλος Σπ. Αθανάσιος.
Στράνωμα: Κουρελής Κ. Νικόλαος, Λάμπος Κ. Αθανάσιος, Πασπαλιάς Ι. Αθανάσιος, Τσόρτσης Β. Κωνσταντίνος.
Τερψιθέα: Τσαντίλης Χρ. Βασίλειος, Τσελέκης Χρ. Βασίλειος, Φινινής Αριστ. Ηλίας.
Φαμήλα: Ζάκας Αριστ. Σωτήριος, Παπαδημητρίου Κ. Ανδρέας, Σίνης Δ. Χαράλαμπος.

από το βιβλίο του Γιάννη Ράπτη, Συμβολή στην Ιστορία της Ναυπακτίας.


Ο Βομβαρδισμός του Πειραιά. 11-1-1944 από τους Αμερικανούς με τα Β-17
Ο Στέφανος Μίλεσης ιστορικός ερευνητής & συγγραφέας, Γεν. Γραμματέας της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς τον Οκτώβριο του 2015 ανέπτυξε το θέμα: «Οι βομβαρδισμοί του Πειραιώς 1940-1944» στο πλαίσιο του προγράμματος «Ενορία εν δράσει...» του Ιερού Ναού Ευαγγελιστρίας Πειραιώς.

Εικόνες και αναφορές σε ιστορικά γεγονότα τα οποία σχετίζονται με την πόλη του Πειραιά… την περίοδο των βομβαρδισμών 1940 – 1944
Με τον τίτλο «Από την Ιστορία της πόλης μας» ο κ.Μίλεσης ξεκίνησε την εισήγησή του μιλώντας αρχικά για τους ιταλικούς βομβαρδισμούς οι οποίοι «από την πρώτη κιόλας ημέρα προσπάθησαν να πλήξουν την πόλη του Πειραιά».
Αναφέρθηκε στις προσπάθειες προετοιμασίας και άμυνας, τόσο του τότε Δημάρχου Πειραιώς, όσο και άλλων προσωπικοτήτων «χωρίς πολλές φορές αυτές οι προετοιμασίες να γίνονται αντιληπτές από τους πειραιώτες» και θέλοντας να επισημάνει «το άστοχο των ιταλικών επιδρομών» τόνισε: «Όταν ξεκίνησαν οι πρώτες προσπάθειες του βομβαρδισμού του λιμανιού, οι Ιταλοί εξεπλάγησαν από τις διασταυρούμενες αντιαεροπορικές βολές που προστάτευαν το λιμάνι και τις εγκαταστάσεις του. Γι’ αυτό και οι απόπειρες των Ιταλών να βομβαρδίσουν τον Πειραιά ήταν πάντοτε βιαστικές και φοβισμένες. Οι Έλληνες χειριστές των αντιαεροπορικών, όπως έγραψε και ο αρθρογράφος της εποχής Νίκος Μαράκης, μετά τις πρώτες βολές κατάλαβαν το φόβο των Ιταλών πιλότων».
Μίλησε για τις ανεπιτυχείς προσπάθειες βομβαρδισμού του πειραϊκού λιμανιού, γιατί όπως χαρακτηριστικά είπε «οι βόμβες έπεφταν βιαστικά στη θάλασσα ή και έξω από το λιμάνι, στο πέλαγος» και για τον φόβο των Ιταλών απέναντι στα Ελληνικά αντιαεροπορικά, σημειώνοντας πως «αυτά τα περιστατικά έπεισαν τους πειραιώτες ότι δεν υπήρχαν πιο αδέξιοι βομβαρδιστές από τους Ιταλούς».
Στη συνέχεια της ομιλίας του ο κ.Μίλεσης αναφέρθηκε στο βομβαρδισμό της Πλατείας Πηγάδας το Νοέμβριο του 1940, χαρακτήρισε «το χτύπημα στις αποθήκες του Δηλαβέρη» ως τη μεγαλύτερη εναέρια καταστροφή της πόλης του Πειραιά, τονίζοντας με έμφαση πως «σήμερα πολλοί στον Πειραιά, όταν αναφέρονται στους ιταλικούς βομβαρδισμούς χαριτολογούν, πιστεύοντας πως η πόλη μας δεν θρήνησε κανένα νεκρό. Αυτή η άποψη βεβαίως είναι λανθασμένη».
Εκτενής αναφορές έγιναν στη συνέχεια για τους γερμανικούς βομβαρδισμούς και πιο συγκεκριμένα για την Κυριακή 6 Απριλίου 1941: «Όλες οι καμπάνες των Εκκλησιών χτυπούσαν για την καθιερωμένη Κυριακάτικη Λειτουργία, μετά το πέρας της οποίας οι Πειραιώτες, ντυμένοι με τα κυριακάτικα ρούχα τους, θα επέστρεφαν στα σπίτια τους. Ξαφνικά την Κυριακάτικη ησυχία διαδέχτηκε στις 10:55 έως 11:05 ο ήχος των σειρήνων της αντιαεροπορικής άμυνας του Πειραιά. Ένα μόνο γερμανικό αεροπλάνο πέταξε για λίγο πάνω από την πόλη, έστρεψε προς τον Κορυδαλλό και χάθηκε στον ορίζοντα… Λίγο αργότερα το μεσημέρι της ίδιας ημέρας στις 3:00 οι σειρήνες ήχησαν ξανά και ένα ακόμη αναγνωριστικό πέταξε αυτή τη φορά με κατεύθυνση το νέο Φάληρο προς το λιμάνι του Πειραιά».


Μιλώντας για την 6η προς 7η Απριλίου, την τρομακτική εκείνη νύχτα κατά την οποία από την ανατίναξη πλοίου «οι άνθρωποι πετάχτηκαν τρομαγμένοι από τον ύπνο τους μέχρι και στην Κηφισιά και στην Εκάλη και ρώταγαν τι συμβαίνει», υπογράμμισε: «Ήταν δραματικές εικόνες που επικρατούσαν στο βομβαρδισμό της 6ης προς 7ης. Πυκνά μπουλούκια λαού από το λιμάνι και από όλο τον Πειραιά και τους γύρω οικισμούς έφευγαν και πήγαιναν προς την οδό Πειραιώς», ενώ προσέθεσε πως τα περισσότερα πλοία του λιμανιού, καίγονταν από τις φλόγες.
«Όταν ο πόλεμος χάθηκε και οι Πειραιώτες μαχητές επέστρεφαν στην πόλη, εισήλθαν με τα πόδια σε κατεστραμμένους δρόμους, σε κατεστραμμένα σπίτια, έχοντας το βασανιστικό ερώτημα, την αμφιβολία, εάν θα βρουν πίσω τους ότι αφήσαν φεύγοντας», είπε σε άλλο σημείο της εισήγησής του ο κ.Μίλησης και αναφερόμενος ειδικότερα στο λιμό των πολιτών επεσήμανε πως «η κατάσταση ήταν απερίγραπτη βλέποντας μικρά παιδιά να πεθαίνουν στην άκρη του δρόμου από τυμπανισμό και τους πεινασμένους ανθρώπους να περιφέρονται στους δρόμους ζητώντας απεγνωσμένα φαγητό. Η μόνη ελπίδα σωτηρίας την περίοδο εκείνη ήταν το τουρκικό ατμόπλοιο ‘’Κουρτουλούς’’, το οποίο και σε κάθε δρομολόγιό του μετέφερε τρόφιμα από τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης» «και την ελπίδα πως κάποια στιγμή θα γίνει έξω από την Αγία Τριάδα διανομή ενός πιάτου φαγητού, ικανού να διατηρήσει μερικούς στη ζωή μέχρι το ‘’Κουρτουλούς’’ να έρθει ξανά. Έκτοτε η άφιξή του τύχαινε σπουδαίας είδησης στις εφημερίδες και τα ραδιόφωνα της εποχής».


«11 Ιανουαρίου 1944. Δυστυχώς φτάσαμε σε αυτή την ημερομηνία» τόνισε στη συνέχεια ο κ.Μίλεσης, προσθέτοντας πως «όταν μιλάμε για βομβαρδισμό του Πειραιά, κατά μία έννοια είναι λάθος. Έγιναν τρεις βομβαρδισμοί στον Πειραιά». Αφού σημείωσε πως οι λόγοι του βομβαρδισμού ουδέποτε απαντήθηκαν, αναφέρθηκε στις σκηνές που ακολούθησαν όταν αποχώρησαν τα βομβαρδιστικά, λέγοντας πως οι Πειραιώτες βγήκαν στο δρόμο να βοηθήσουν αυτούς που είχαν θαφτεί κάτω από τα συντρίμμια και τότε ακολούθησε η δεύτερη και η τρίτη καταστροφή. «Δηλαδή τους βρήκε εκτεθειμένους κάτω από τα χώματα προσπαθώντας να απεγκλωβίσουν εκείνους που είχαν θαφτεί ζωντανοί. Εκεί οφείλεται και ο μεγάλος αριθμός απωλειών», είπε χαρακτηριστικά.
Κάνοντας λόγο για τις καταστροφές, την πείνα και την κακουχία άφησαν πίσω τους αυτοί βομβαρδισμοί, ανέφερε ένα σημαντικό για όλους ιστορικό γεγονός: «Το καλοκαίρι του 1945 έγινε κάτι που λίγοι γνωρίζουν: Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Τήνου για πρώτη φορά στην ιστορία της, άφησε το Ιερό νησί και έφτασε στον Πειραιά, γιατί ήμασταν η πιο μαρτυρική μεγαλούπολη της Ελλάδος».
«Στα ίδια σημεία, στα ίδια μονοπάτια της πόλης, ιστορία συνυπάρχει με εμάς» επεσήμανε ολοκληρώνοντας την ομιλία του ο κ.Μίλεσης, υπογραμμίζοντας πως «γι’ αυτό και απαιτούμε, τόσο να γνωρίζουμε όσο και να τιμούμε το παρελθόν μας. Γιατί η λησμονιά είναι έγκλημα».
Κατά τη διάρκεια της ομιλίας προβλήθηκε σπάνιο φωτογραφικό υλικό και διαβάστηκαν αποσπάσματα από μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων, από την λογοτέχνη κ. Σοφία Σπύρου.

ΔΕΙΤΕ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ:



Περισσότερα για τους βομβαρδισμούς του Πειραιά ΕΔΩ:

Στρατιώτης στον Ισθμό της Κορίνθου ένα χρόνο μετά την λήξη του πολέμου.

ΠΗΓΕΣ:

npress.gr
pronews.gr
patrasevents.gr
onalert.gr
mouseiotipou.gr
piraeuspress.gr

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΣ- ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΣΟΔΕΙΑΣ, ΙΟΥΛΙΟΣ 1944

«Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΣ- ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΣΟΔΕΙΑΣ» Ιούλης 1944





Στα τέλη του Ιουνίου του 1944, ξεκινώντας από την Νεμέα, ένα γερμανικό τάγμα χωρισμένο σε τρείς φάλαγγες έφτανε στο χωριό Ψάρι. Οι γερμανοί ήθελαν να καταστρέψουν την σοδειά και φυσικά να χτυπήσουν τους αγωνιστές, τους σταυραετούς της Ζήριας ή Κυλλήνης. Τα ξημερώματα της 3ης Ιουλίου σε μια επιχείρηση σαράντα λεπτών πέφτει το Γερμανικό φυλάκιο στο Ψάρι και αποκόβει τις Γερμανικές δυνάμεις. Όλος ο οπλισμός έρχεται στα χέρια των αγωνιστών, ενώ και οι τριάντα δύο γερμανοί σκοτώθηκαν. Το σούρουπο εκείνο ένα τσούρμο παιδιά κοκαλιασμένα και χλωμά χόρευαν από χαρά για την νίκη. Ατενίζανε τον ορίζοντα χωρίς να ξέρουνε ότι οι επόμενες μέρες θα ήταν από τις πιο σκοτεινές της ζωής τους. Ήταν μόνο η αρχή. Στις παρυφές της λίμνης , στο «Ζάρακα» και στο «Κοπρέτσι» αλλά και στα γύρω χωριά , τα πυρά , οι χειροβομβίδες και οι ριπές των αυτομάτων μάτωναν το χώμα. Από τον Ασπρόκαμπο στη Δούσια, φωτιά και πλιάτσικο. Από τα πρανή του υψώματος των Αγίων Θεοδώρων καταιγιστικά πυρά των αγωνιστών αιφνιδίαζαν τους Γερμανούς και άφηναν πολλούς στο πεδίο της μάχης. Οι Γερμανοί μέσα από τα βούρλα και τα αυλάκια της λίμνης γλύτωσαν τη ολοκληρωτική καταστροφή.
Στα Κιόνια, στο Μπάση (δροσοπηγή) , ύψωμα της Δρίζας , στα αρχαία ιστορικά ερείπια της Στυμφαλίας ,τα παλληκάρια είναι παρόντες. Ο κύριος όγκος των Γερμανών συγκεντρώνεται κάτω από τις Ιτιές του Ζάρακα. Με τα αντιαρματικά και τα μυδραλιοβόλα γκρεμίζουν τοίχους και βάλουν σε οτιδήποτε κουνιέται. Καρτέρι, Λαύκα, Μπάση, Κιόνια, Μύτικας, Καλλιανοι, όλες οι περιοχές «βράζουν». Οι Γερμανοί όταν έσφιξε ο κλοιός γύρω τους , απεγνωσμένοι σκότωσαν τα Μουλάρια εκτελώντας τα στην όχθη της Στυμφαλίας. Έκαναν φράγμα με τα νεκρά μουλάρια στο ποτάμι της Ντελούγιεζας. Πατώντας πάνω στα πτώματα πέρασαν απέναντι αφήνοντας πίσω τους όλο τον οπλισμό τους. Από την πρώτη Ιουλίου έως και τέσσερεις μέρες μετά, βρήκαν τον θάνατο εβδομήντα γερμανοί και πιάστηκαν αιχμάλωτοι δεκαέξι. Γεμάτοι λύσσα για εκδίκηση από την ταπείνωση τους,
 στέλνουν ένα Γερμανικό τάγμα με άριστο οπλισμό στο Ψάρι. Τα πάντα πυρπολούνται…Μαυρα σύνεφα καπνού σκέπαζαν για ώρες ολόκληρες τον ήλιο , τον ουρανό και ολόκληρη την λίμνη. Μετά το Ψάρι το τάγμα κατέβηκε στους Καλλιανους . Όπου υπήρχαν θερισμένα στάχυα τα έκαιγαν.
Οι Γερμανοί μπαίνουν στο χωριό και συγκεντρώνουν τους γέρους τα γυναικόπαιδα και τον Παπά στο σχολείο. Καίνε ολόκληρο το χωριό. Κάηκαν τα δυό παπαδοπάιδια. Δεν άφησαν τον Παπά και την μητέρα τους να τα βγάλουν από το σπίτι, χτυπώντας τους άγρια. Το Μπούζι καίγεται και αυτό.
 Ο Φενεός και η Στυμφαλία ήταν τα καταφύγια-ορμητήρια των ανταρτών γιατί ήταν περιοχές απροσπέλαστες αν δεν τις γνώριζες. Είχαν τροφή αλλά υπήρχε και εύκολη επικοινωνία με τους αγωνιστές στους γύρω νομούς. 
Η ηγεσία του Εθνικοαπελευθερωτικού Κινήματος της Κορινθίας έτσι, είχε ως έδρα το χωριό Γκιόζα,
δηλαδή το Μάτι. Αφού έκαψαν όλη την περιοχή οι Γερμανοί, από τους Καλλιάνους τους παρέλαβαν τα θωρακισμένα και τα αυτοκίνητα και τους κατέβασαν στο Κιάτο.
Ο απόηχος της μάχης ταξιδεύει πάνω από τα νερά της λίμνης, ακούγεται στο κύλισμα των νεροπηγών, στων βράχων την στητή λεβεντιά…και τα καμένα σπαρτά ξαναφυτρώνουν. Καθετί που γεννιέται είναι έτοιμο να πεθάνει και να ξαναγεννηθεί.

Η ΜΑΧΗ

Η μάχη της Στυμφαλίας (Κορινθίας) διεξήχθη το τριήμερο 1ης-3ης Ιουλίου 1944 και είναι μια από
τις μεγαλύτερες μάχες που έδωσε ο ΕΛΑΣ (Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός) στην Πελοπόννησο κατά των ναζιστικών γερμανικών στρατευμάτων κατοχής και των ταγματασφαλιτών, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η μάχη έληξε με νίκη για τις μονάδες του ΕΛΑΣ και προκάλεσε αρκετές απώλειες στις κατοχικές γερμανικές δυνάμεις που στάθμευαν στην Κορινθία, ενώ η νίκη των ανταρτών αμφισβήτησε τον γερμανικό έλεγχο του στρατηγικού και επικοινωνιακού κόμβου του Ισθμού και του Άργους.
Στη μάχη της Στυμφαλίας έλαβε μέρος το 6ο σύνταγμα της IIIης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου με διοικητή τον ταγματάρχη Εμμανουήλ Βαζαίο, εναντίον του 2/22 τάγματος αεροπορικών καταδρομών της 117ης Γερμανικής Μεραρχίας Κυνηγών που έδρευε στην Κόρινθο. Το ενισχυμένο γερμανικό τάγμα είχε δύναμη 800 ανδρών και το ακολουθούσε ένας λόχος ταγματασφαλιτών. Η μάχη ξεκίνησε την 1η Ιουλίου με την επίθεση των ανταρτών στο γερμανικό
 φυλάκιο που έδρευε στο χωριό Ψάρι, η αντίσταση των 32 Γερμανών κάμφθηκε μετά από δίωρη μάχη, δεκαεπτά από αυτούς παραδόθηκαν, δεκαπέντε σκοτώθηκαν, ενώ οι αντάρτες έχασαν τρεις άνδρες. Στη συνέχεια έφτασε το γερμανικό τάγμα που μοιράστηκε σε δύο φάλαγγες για να διασπάσει τον κλοιό των ανταρτών.


Η πρώτη φάλαγγα αφού δέχτηκε καταιγιστικά πυρά υποχώρησε προς τα έλη της περιοχής, πλήγματα
δέχτηκε και η δεύτερη φάλαγγα και υποχώρησε στο χωριό Καλιάνοι, από όπου με αντεπιθέσεις και
πυρά όλμων προσπαθούσε να καλύψει την πρώτη. Η πίεση των ανταρτών συνεχίστηκε μέχρι την υποχώρηση των κατοχικών δυνάμεων και τη φυγή τους προς την κατεύθυνση της Νεμέας τα ξημερώματα της 3ης Ιουλίου 1944. Η σύγκρουση είχε νικηφόρα έκβαση για τις ελληνικές δυνάμεις και αποτέλεσε καίριο πλήγμα στον κατακτητή.
Η νίκη του 6ου συντάγματος του ΕΛΑΣ στην περιοχή εμπόδισε τις Κατοχικές δυνάμεις να πετύχουν
τον αντικειμενικό στόχο τους, που ήταν η εξόντωση των ανταρτικών τμημάτων και η καταστροφή της συγκομιδής δημητριακών ολόκληρης της ορεινής περιοχής της Αργολίδας και Κορινθίας . Τυχόν γερμανική επιτυχία θα σήμαινε τον αφανισμό του τοπικού πληθυσμού από την πείνα και την εξασθένιση των τμημάτων του ΕΛΑΣ.
Η σημαντική αυτή επιτυχία των ανταρτών επέτρεψε να παραμείνουν αυτές οι ορεινές περιοχές ελεύθερες από τους Γερμανούς κατακτητές, τους οποίους περιόρισε στα αστικά κέντρα της επαρχίας. Επίσης αποδυνάμωσε τις κατοχικές δυνάμεις στην κομβική συγκοινωνιακή περιοχή του Ισθμού Κορινθίας. Άμεση συνέπεια της μάχης ήταν γερμανικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις ενάντια στον ΕΛΑΣ μια εξ αυτών είχε την ονομασία "Κόνδωρ"και στην οποία συμμετείχαν μονάδες των Γερμανικών στρατευμάτων και τμήματα των ταγμάτων ασφαλείας.


Η καταμέτρηση γερμανικών απωλειών είναι πιθανόν να είναι μεγαλύτερη καθώς υπάρχει ζήτημα με πιθανή μη καταμέτρηση νεκρών άλλων μη Γερμανικών Εθνικοτήτων στα Γερμανικά αρχεία, ο συγγραφέας Μούτουλας Παντελής θεωρεί τον υπολογισμό των Γερμανικών απωλειών ως τον μετριοπαθέστερο. Ο ίδιος ο επικεφαλής των τμημάτων του ΕΛΑΣ ταγματάρχης Εμμανουήλ Βαζαίος διοικητής του 6ου συντάγματος που διεύθυνε προσωπικά τη μάχη γράφει στο βιβλίο του -που αποτελεί πρωτογενή πηγή- ότι οι απώλειες των κατοχικών δυνάμεων έφθασαν τους 420 στρατιώτες, 120 σκοτώθηκαν στη μάχη και κατά την άτακτη υποχώρησή τους στα έλη της Στυμφαλίας. Αναφέρει επίσης ότι σκοτώθηκαν και 15 ταγματασφαλίτες και αιχμαλωτίστηκαν περίπου 60 Γερμανοί και συνεργάτες τους, σύμφωνα με τον Βαζαίο η νίκη κόστισε στα τμήματα του ΕΛΑΣ το θάνατο 16 μαχητών. Αντιστασιακοί που έλαβαν μέρος στη μάχη υπολογίζουν τις απώλειες του ΕΛΑΣ σε τουλάχιστον εικοσιπέντε νεκρούς και πενήντα τραυματίες.

Πηγές
Χέρμαν Φρανκ Μάγερ (2003). Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα. Τα αιματηρά ίχνη της 117ης Μεραρχίας Καταδρομών στη Σερβία και την Ελλάδα Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα , ISBN 960-05-1112-8
Επιπλέον ανάγνωση
Εμ. Βαζαίος, "Τα άγνωστα παρασκήνια της Εθνικής Αντιστάσεως εις την Πελοπόννησον", Κόρινθος 1961 Ηλία Παπαστεργιόπουλου, "Ο Μωρηάς στα όπλα" (Εθνική Αντίσταση 1941-1944), Έρευνα και Κριτική της Νεοελληνικής ιστορίας),εξάτομο, Αθήνα 1965-1980
Γιώργος Κ. Δερβεντζής «Η μάχη της Στυμφαλίας»
6 Απριλίου 1941-ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΚΑΤΑΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΤΟΝ ΙΣΘΜΟ ΤΗΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ (ΒΙΝΤΕΟ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 1940-44)



Οι Γερμανοί στις 6 Απριλίου 1941 με αεραποβατική έφοδο αλεξιπτωτιστών κατέλαβαν τον Ισθμό, την Διώρυγα και αμαχητί την πόλη της Κορίνθου . Οι τεχνολογικά υπέρτερες και καλύτερα εξοπλισμένες στρατιωτικές δυνάμεις της Γερμανίας του 3ου Ράίχ, επιτέθηκαν με σφοδρότητα στην Ελλάδα ή οποία πολεμούσε εδώ κα έξη μήνες τους Ιταλούς εισβολείς .
Σύντομα οι εξασθενημένες ελληνικές δυνάμεις και οι Σύμμαχοί τους του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος(Β.Ε.Σ) –Βρετανοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί, βρέθηκαν στην ανάγκη της βαθμιαίας οπισθοχώρησης οπότε η Διοίκηση του Β.Ε.Σ μπροστά στο ενδεχόμενο της αιχμαλωσίας, απεφάσισε την τμηματική εκκένωση της χώρας.
Από τις 19 Απριλίου 1941,οι Σύμμαχοι κατευθύνονταν προς τα λιμάνια, για να επιβιβασθούν στα βρετανικά πλοία της σωτηρίας με προορισμό την Κρήτη ή μακρινή Αίγυπτο. Στις 23 Απριλίου ο στρατηγός Τσολάκογλου υπογράφει Πρωτόκολλο Ανακωχής με τους Γερμανούς και Ιταλούς. Χωρίς τους Έλληνες, οι Σύμμαχοι μόνοι τους πλέον , δέχονται όλο το βάρος του γερμανικού οδοστρωτήρα. Μοναδική τους ελπίδα διάσωσης είναι να φτάσουν στους λιμένες διαφυγής της Ραφίνας, του Πόρτο Ράφτη των Μεγάρων και ιδιαίτερα των Ναυπλίου, Τολό, Μονεμβασίας και Καλαμάτας επειδή είναι μακριά από την ζώνη δράσης του γερμανικού στρατού. Μάλιστα, για τον φόβο της γερμανικής αεροπορίας που κυριαρχεί στον ελληνικό ουρανό, η μαζική τους διακίνηση γίνεται τη νύχτα. Οι Σύμμαχοι επιτελικοί γνωρίζουν ότι οι Γερμανοί έφεραν μαζί τους Μονάδα αλεξιπτωτιστών και κάτι
ετοιμάζουν… Δεν αποκλείουν μάλιστα το εφιαλτικό ενδεχόμενο μιας ξαφνικής αεραποβατικής τους δράσης με στόχο την κατάληψη του στρατηγικής σημασίας περάσματος του Ισθμού της Κορινθίας ώστε αφενός να αποκόψουν την συνεχή ροή των υποχωρούντων από την Στερεά και την Αττική προς τους πελοποννησιακούς λιμένες – αφετέρου να αιχμαλωτίσουν τους χιλιάδες στρατιώτες του Β.Ε.Σ για να σταλούν στα εργοτάξια του Ράϊχ – αφετρίτου να περάσουν από την γέφυρα τα στρατεύματα εισβολής, για να ξεχυθούν στον κορμό της Πελοποννήσου, ώστε να ολοκληρωθεί η κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδας και βεβαίως το κυνήγι των διαφευγόντων. Κατόπιν εχει σειρά η Κρήτη…
Συγκεντρώνεται λοιπόν βιαστικά από δώ κι’ από κεί μια μικρή ετερόκλητη δύναμη Βρετανο-αυστραλό-νεοζηλανδών, μερικά αντιαεροπορικά και λίγα μικρά τεθωρακισμένα και οργανώνεται αμυντικά η αχανής περιοχή γύρω από τις δύο πλευρές της διώρυγας με επίκεντρο την γέφυρα. Για την περίπτωση μάλιστα που σπάσει η άμυνα, συνεργείο του Μηχανικού έχει υπονομεύσει με εκρηκτικά την γέφυρα για να μην πέσει ανέπαφη στα χέρια του εχθρού. Το Σάββατο 26η Απριλίου γύρω στις 07:00ω ο εφιάλτης εμφανίζεται πάνω από τον Ισθμό και την Διώρυγα με την μορφή σκουρόχρωμου εναέριου στόλου υπέρ400 βομβαρδιστικών καθέτου εφορμήσεως (στούκα), καταδιωκτικών, μεταγωγικών αεροσκαφών και ανεμοπλάνων. Μετά από ένα ημίωρο ανελέητο βομβαρδισμό και πολυβολισμό των βρετανικών θέσεων, άρχιζει η ρίψη αλεξιπτωτιστών και η μάχη στο έδαφος ανάβει.
Προσγειώνονται πρώτοι οι αλεξιπτωτιστές – σκαπανείς του Μηχανικού που αν και βάλλονται , χώνονται χωρίς καθυστέρηση κάτω από την γέφυρα και αρχίζουν να αποσυνδέουν τα εκρηκτικά από τα υποστυλώματα ενώ ταυτόχρονα δύναμη αλεξιπτωτιστών αρχίζει να διαβαίνει τρέχοντας την γέφυρα για να περάσει απέναντι, με σκοπό να εξουδετερώσει τις φωλεές όπλων που εμποδίζουν με τα πυρά τους κάθε απόπειρα εχθρικής προσέγγισης. Eκείνη ακριβώς τη στιγμή ένα από τα βρετανικά αντιαεροπορικά πυροβόλα στόχευσε την γέφυρα και από κοντινή απόσταση κανονιοβολεί το σημείο που εργάζονται οι αλεξιπτωτιστές σκαπανείς . Η έκρηξη του βλήματος των 40χιλ.
πάνω στα συγκεντρωμένα ανενεργά πλέον πακέτα του δυναμίτη τα πυροδοτεί άμεσα και η γέφυρα ανατινάσσεται, κόβεται στα δύο και κατακρημνίζεται με πάταγο στο βάραθρο της διώρυγας συμπαρασύροντας στον θάνατο όσους βρίσκονταν στα υποστυλώματα και στο οδόστρωμά της. Μετά από λίγο οι αλεξιπτωτιστές γίνονται κύριοι του πεδίου της μάχης αιχμαλωτίζοντας πολυάριθμους Βρετανο-αυστραλο νεοζηλανδούς και κατευθύνονται στην κοντινή Κόρινθο, όπου οι στρατιωτικές και δημοτικές αρχές τους παραδίδουν την πόλη αμαχητί.
Οι γερμανικές απώλειες ανήλθαν σε 64 νεκρούς, δύο αλεξιπτωτιστές που κατά τη διάρκεια του άλματος έπεσαν
και πνίγηκαν στην αύλακα της Διώρυγας, 14 αγνοούμενοι από την έκρηξη προφανώς, και 155 τραυματίες.Επιπλέον, κατά την πτήση προς Κορινθία, κατέπεσε σε ορεινή περιοχή ένα μεταγωγικό Ju-52. παρασύροντας στην συντριβή τους 10 επιβαίνοντες .

Η καταστροφή της γέφυρας δεν στοίχισε επιχειρησιακά στους Γερμανούς διότι το έμπειρο συνεργείο των αλεξιπτωτιστών – σκαπανέων του Μηχανικού μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο κατασκεύασε μια πρόχειρη γέφυρα. Έτσι τα βαρέα τεθωρακισμένα , τα πυροβόλα, οι ελκυστήρες και τα φορτηγά που κατέφθασαν μετά από λίγες ώρες, πέρασαν στην πελοποννησιακή πλευρά χωρίς δυσκολία αρχίζοντας και πάλι την δράση.Εάν όμως η εκτέλεση της γερμανική αεραποβατικής επιχείρησης γινόταν δύο – τρεις ημέρες νωρίτερα, 50.000 περίπου απογοητευμένοι και κατάκοποι άνδρες του υποχωρούντος Β.Ε.Σ θα ζούσαν τις δραματικές συνθήκες της αιχμαλωσίας με το αβέβαιο μέλλον.

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2019

THE GUΑRDIAN-Νόμισμα από την Αρχαία Τενέα στις καλύτερες φωτογραφίες του κόσμου.

Οι συντάκτες  του Guardian επιλέγουν φωτογραφίες από όλο τον κόσμο,ανάμεσα στις καλύτερες φωτογραφίες φιγουράρει μια από την Ελλάδα. Μια από τις καλύτερες φωτογραφίες της Τρίτης σε όλο τον κόσμο είναι και αυτή που απεικονίζει ένα αρχαίο νόμισμα νόμισμα που βρέθηκε στην ανασκαφή της αρχαίας Τενεάς.



Σημειώνεται ότι ο εντοπισμός της αρχαίας Τενέας συμπεριλήφθηκε στα σημαντικότερα ιστορικά και αρχαιολογικά γεγονότα του 2018 και από τον ιστότοπο του δικτύου History στις αρχές Δεκεμβρίου.
Η προβολή, η ανάδειξη και η αξιοποίηση της Τενέας είναι όραμα όχι μόνο της τοπικής κοινωνίας των φορέων της περιοχής,της Περιφέρειας Πελοποννήσου αλλά και ολόκληρου του ελληνισμού καθόσον η σπουδαιότητα της συγκεκριμένης ανασκαφής διαχέεται στην παγκόσμια κοινότητα .
Το 2018 εντοπίστηκαν στην αρχαία Τενέα, στο Χιλιομόδι Κορινθίας, τα πρώτα οικιστικά κατάλοιπα, τα οποία αποτελούν πλέον αποδείξεις για τον εντοπισμό της αρχαίας πόλης, η ύπαρξη της οποίας ήταν γνωστή μόνον μέσα από ιστορικές πηγές και επιγραμματικές μαρτυρίες παλαιότερων και σύγχρονων μελετητών.

Το διαδικτυακό περιοδικό τέχνης «Artsy» συμπεριέλαβε τον εντοπισμό της αρχαίας πόλης μεταξύ των 15 σημαντικότερων ανακαλύψεων για το 2018. Εκτός από τον εντοπισμό της αρχαίας Τενέας, πόλη στην οποία σύμφωνα με το μύθο ανατράφηκε ο Οιδίποδας, στη λίστα του περιοδικού περιλαμβάνονται οι ανακαλύψεις στην Πομπηία, στην Αίγυπτο και στη νεκρόπολη των Μάγια στη Γουατεμάλα, αλλά και το πλέον «άθικτο» ναυάγιο στον κόσμο, δηλαδή, το ελληνικό πλοίο, ηλικίας τουλάχιστον 2.400 ετών, που βρέθηκε στα βάθη της Μαύρης Θάλασσας και τα διεθνή ΜΜΕ ονομάζουν το «πλοίο του Οδυσσέα».

Τα Ελληνικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης κάνουν εκτενείς αναφορές και  ρεπορτάζ για την σπουδαία ανακάλυψη.



Οι κάτοικοι της Τενέας, οι Τενεάτες, έλκοντας την καταγωγή τους από τους κατοίκους της Τενέδου, αιχμάλωτοι των Ελλήνων της Τροίας, εγκαταστάθηκαν με την άδεια του Αγαμέμνονα στον δρόμο που συνέδεε την Κόρινθο με το Άργος, στο σημερινό Χιλιομόδι. Θέση σημαντική με μεγάλη αγροτική περιοχή που έλεγχε το δρόμο προς το Άργος -το δε επίνειο αυτής, το λιμάνι των Κεγχρεών, της εξασφάλιζε στενές εμπορικές σχέσεις με την Ανατολή. Από την ανασκαφή προκύπτουν περίοδοι περισσότερης ή λιγότερης ευμάρειας, με δικό της νόμισμα, και με ιδιαίτερη άνθιση την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο, λόγω σχέσεων με τη Ρώμη. Η ανασκαφή έχει αγκαλιασθεί από το χωριό με τον καλύτερο τρόπο, ενώ αρκετοί κάτοικοι παραχωρούν τις ιδιοκτησίες τους για την ανασκαφή.
Όπως είχε αναφέρει η Δρ. Έλενα Κόρκα, επικεφαλής του ερευνητικού προγράμματος Αρχαίας Τενέας:

«το κομμάτι το οποίο εμείς σκάβουμε αυτή τη στιγμή, δηλαδή, τα οικιστικά, εντοπίζονται στα ελληνιστικά και στα ρωμαϊκά χρόνια, όταν είχε μια τεράστια ευμάρεια η πόλη αυτή, η οποία είχε αρχίσει να διεκδικεί την ανεξαρτησία της […] Και μόνο ο μύθος ότι ο Αγαμέμνονας εγκατέστησε εκεί τους Τρώες ή τους κατοίκους της Τενέδου, όλα αυτά δείχνουν τη σημασία της πόλης».

Το πρόγραμμα υποστηρίζεται από διεπιστημονική ομάδα ερευνητών, ενώ συμμετείχαν σε αυτό φοιτητές από πανεπιστημιακές σχολές του εσωτερικού και του εξωτερικού, οι οποίοι εργάστηκαν και μαθήτευσαν στο πλαίσιο των ανασκαφικών εργασιών. Ταυτόχρονα, διεξήχθησαν εκπαιδευτικά προγράμματα σε μαθητές δημοτικού και γυμνασίου της περιοχής.

Ο εντοπισμός της αρχαίας Τενέας συμπεριλήφθηκε στα σημαντικότερα ιστορικά και αρχαιολογικά γεγονότα του 2018 και από τον ιστότοπο του δικτύου History.

Tenea project 2019- Αncient coin from Tenea.Greece.


Πηγή: Tje Guardian-ethnos.gr